Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Μοναχός Ιλαρίων, o ανενόχλητος από τους πειρασμούς…




Ο Σάββας γεννήθηκε τη λαμπρή του 1910 σε ένα ορεινό χωριό του νομού Καρδίτσας, από κτηνοτρόφους γονείς. Δεν είχε πάει ποτέ σχολείο και είχε δυο φανερές αδυναμίες. Τα ζώα της οικογενείας του και την συνήθεια να ανάβει κάθε πρωί τα καντήλια από το απόμακρο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλεία στο τελείωμα του βουνού. Σε ηλικία δεκαπέντε χρονών έμεινε ορφανός και από μάνα και από πατέρα. Οι χωριανοί του αποφάσισαν να τον στείλουν στο Άγιον όρος σε ένα μοναστήρι, στο οποίο μόναζε ο θείος του από το σόι της μητέρας του. Ο Σάββας έκλαψε πολύ που αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το χωριό του και τα ζώα του, μα η καλή του διάθεση τον έκανε να καταλάβει από τα λόγια των συγχωριανών του. 



 Έφτασε στο μοναστήρι με όλα τα σημάδια της παιδικής του ηλικίας και της αθωότητας. Ένας συγχωριανός του τον παρέδωσε στον μοναχό θείο του και αυτός με την σειρά του στον ηγούμενο του μοναστηριού. Ο ηγούμενος στην αρχή δίστασε να δεχθεί στο μοναστήρι ένα δεκαπεντάχρονο παιδί, μα κάμφθηκε από την επιμονή του Σάββα. Ο ηγούμενος γνώριζε πολύ καλά πως οι μοναχικές συνθήκες είναι  δύσκολες για ένα δεκαπεντάχρονο παιδί. Στους καιρούς εκείνους η μοναχική ζωή απαιτούσε κόπους και θυσίες και το πρόγραμμα του μοναστηριού εξοντωτικό. Ατέλειωτες ακολουθίες, μεγάλοι  κανόνες, πολύωρες ακολουθίες και νηστείες με παρατεταμένη διάρκεια. Οι πατέρες της μονής είχαν λιτό  αυστηρό βίο και ζήλο βαρόμετρο για τους αρχαρίους. Ο ηγούμενος πήρε τον μικρό Σάββα και τον ξενάγησε στους χώρους της μονής, μιλώντας του ταυτόχρονα για την μοναχική ζωή. Χρόνο με τον χρόνο ο ηγούμενος εντυπωσιάζονταν από το καθαρό πρόσωπο του Σάββα που σίγουρα δεν οφειλόταν μόνο από την αγνότητα της νεανικής ηλικίας. Μια εσωτερική σπίθα έκαιγε μέσα του. Πολλοί πατέρες νέοι στην μοναχική ζωή βλέποντας τον μικρό Σάββα, στοιχημάτιζαν πως  γρήγορα θα εγκατέλειπε το μοναστήρι για την θαλπωρή και την ευκολία της κοσμικής ζωής. Σε δύο μήνες ο Σάββας ντύθηκε με ράσο ,που έκτοτε δεν έβγαλε ποτέ από την ζωή του.

 
Τη μέρα της ρασοευχής του κατέβηκε από μια σκήτη ο παπά Γεννάδιος, ένας σοφός και διορατικός γέροντας, με φήμη αγιωτικής ζωής, που σπάνια εγκατέλειπε το κελί του. Βλέποντας οι πατέρες τον γέροντα Γεννάδιο στο μοναστήρι, τρόμαξαν. Σπάνια έβγαινε από το κελί του, και πάντα όταν υπήρχε  σημαντικός λόγος. Είχε να πατήσει στο μοναστήρι τρία ολόκληρα χρόνια και το είχε κάνει για να προειδοποίηση τον ηγούμενο και τους μοναχούς για μια φωτιά που θα έπιανε σε λίγο στην περιοχή. Και αυτό πράγματι συνέβη. Έμεινε άφωνος ο ηγούμενος όταν άκουσε τον γέροντα Γεννάδιο να του λέει πώς ήρθε στη μονή για να παρακολουθήσει την ρασοευχή του Σάββα. Όταν τελείωσε η ρασοευχή του Σάββα, ο γέροντας Γεννάδιος, τον ασπάσθηκε με έκδηλη συγκίνηση και αμέσως έφυγε αμίλητος για την σκήτη του. Ο πορτάρης που τον είδε να βγαίνει από το μοναστήρι, τα χάσε βλέποντας το δακρυσμένο του πρόσωπο. Τον ρώτησε που οφειλόταν η συγκίνηση του και αυτός του αποκρίθηκε, πώς σήμερα ήταν  μεγάλη μέρα γιατί ο Θεός τον αξίωσε να αντικρύσει έναν πραγματικά καθαρό άνθρωπο.


Ο πατέρας Αλέξιος, από τους παλιότερους μοναχούς της μονής, θέλοντας να δοκιμάσει την ταπείνωση του Σάββα, του έδωσε ένα τρίχινο τσουβάλι να φορέσει και αυτός το δέχθηκε με μεγάλη ικανοποίηση. Ο Σάββας το φόραγε παντού και το έβγαζε μόνο όταν έμπαινε στην εκκλησία. Ακόμα και στον ύπνο δεν το αποχωριζόταν. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα είχε κερδίσει την αγάπη, τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων των μοναχών της μονής. Παρά την μικρή του ηλικία έτρωγε ότι έτρωγαν και οι άλλοι μοναχοί χωρίς να δεχθεί καμία εξαίρεση. Μετά από τρία χρόνια δοκιμασίας και σε ηλικία 18 χρονών, ο γέροντας αποφάσισε να τον κάνει μοναχό. Ήταν παρασκευή απόγευμα και ο ηγούμενος όπως κάθε παρασκευή είχε συγκεντρώσει την αδελφότητα και νουθετούσε τους πατέρες. Στο τέλος της ομιλίας του ανακοίνωσε και την κουρά του Σάββα. Όλοι οι πατέρες δέχθηκαν το νέο με μεγάλη χαρά κα ικανοποίηση. Κάποια λόγια του ηγούμενου για τον Σάββα έμειναν χαραγμένα στην μνήμη τους. Συγκίνηση σκόρπισε ο ηγούμενος όταν ανέφερε στους πατέρες πως ο Σάββας όσο καιρό είναι κάτω από την πνευματική του καθοδήγηση έχει μείνει ανενόχλητος από πειρασμούς. Από τότε όλοι οι πατέρες τον αποκαλούσαν ανενόχλητο, ακόμα και όταν  πήρε το μοναχικό του όνομα Ιλαρίων.


 Σε όποια διακονήματα και αν έβαζαν τον Ιλαρίωνα εκείνος τα έκανε αγιωτικά. Η αγάπη του και η καλοσύνη του αλλά και το φωτεινό του πρόσωπο είχε καταπλήξει όλη την αδελφότητα. Έμεινε στο μοναστήρι εξήντα ολόκληρα χρόνια και δεν θυμότανε καθόλου τους γονείς και τους συγγενής του. Όταν τον ρωτούσαν πως λέγανε την μητέρα του εκείνος απαντούσε με φυσικότητα  Παναγία. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε σε μια καλύβα έξω από την μονή, ασχολούμενος με τα ζώα ,διακόνημα που του είχε ανατεθεί από τον ηγούμενο και το δέχθηκε με μεγάλη ευχαρίστηση γιατί από μικρό παιδί είχε μεγάλη αγάπη στα ζώα. Ήταν το μόνο πράγμα που θυμόταν από την κοσμική του ζωή. Στην καλύβα ζούσε λιτά και νήστευε αρκετά. Έτρωγε κάθε μέρα ένα παξιμάδι και αλάδωτα φασόλια που τα έβραζε στο μπρικάκι του καφέ. Κάθε Κυριακή κατέβαινε στο μοναστήρι για να λειτουργηθεί και με το δι’ευχών έφευγε αμίλητος για την καλύβα του. Δεν μιλούσε πότε στους ανθρώπους μα οι πατέρες τον είχανε ακούσει να μιλάει στα ζώα και κυρίως στο γαϊδουράκι που έφερνε πάντα μαζί του και τον βοηθούσε να μεταφέρει ότι του ήταν χρειαζούμενο από το μοναστήρι στην καλύβα του.


 Έφυγε μια Κυριακή. Μπήκε στον ναό και πήρε τη θέση του στο στασίδι. Το πρόσωπο του έλαμπε. Την ώρα της Θείας Κοινωνίας τα μάτια του είχαν πλημμυρίσει από δάκρια. Μετά την Θεία Μετάληψη ασπάσθηκε όλους τους πατέρες και κίνησε για την καλύβα του. Χάδευσε τα ζώα, κοίταξε τον ουρανό και κλείσθηκε στο κελί του. Έκανε την προσευχή του με δάκρυα στα μάτια, έκανε τον σταυρό του και… την ώρα της  ακολουθίας όλοι οι πατέρες είχαν βουρκώσει. Στην είσοδο του κοιμητηρίου ακούστηκε ένας μεγάλος θόρυβος. Τα γαϊδουράκια ερχόντουσαν ένα-ένα και χτυπούσαν τα πόδια τους στον τάφο του Ιλαρίωνα. Ένα από αυτά έσερνε με το στόμα του, έναν ξύλινο σταυρό που είχε σκαλίσει ό ίδιος ο Ιλαρίωνας. Ο σταυρός έγραφε: Μοναχός Ιλαρίων, o ανενόχλητος από τους πειρασμούς…


Κώστας Ζουρδός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου