Από τα μέσα της δεκαετίας του '80 ο νέος ξέφυγε από τον κομματικό καθοδηγητή και πήγε στον πορτιέρη . Από το κόμμα, στο μπαρ. Η ελληνική φιλολογία των περιοδικών και της αναδυόμενης greeklish σαβούρας θεώρησε αυτή την μετάβαση ύψιστη απελευθερωτική κίνηση. Νομιμοποιείται επιτέλους η καταπιεσμένη από την Αριστερά ιδιωτεία και απλώνεται στο γερο-ρέηβ ορθάδικο. Η ηλεκτροποπ, η άμπιεντ, η τρανς, ακόμα και η γκαραζοψυχεδέλεια αντικατέστησαν τον Χαλβατζή, τον Μπασκόζο ή τον Βούτση και τον Γεωργούλα. Αντί να διαβάζεις απέραντες εισηγήσεις σε προσυνεδριακούς διαλόγους, μπορούσες να ακούς Κλικ. Αυτό, εκτός από την παρατεταμένη κλιμακτήριο που έφερε σε ολόκληρη την κοινωνία, εκτός από τα μαύρα ακρυλικά μπλουζάκια που καταπίεσαν τις κοιλιές των Νεοελλήνων, συν-έφερε και μια μαζική συμφιλίωση με την απομόρφωση ή καλύτερα τη μη μόρφωση. Εγκατέστησε τη χαμηλή επίδοση, τη βαρεμάρα, την επίδειξη, τον σκηνοθετημένο, κούφιο νεοπλουτισμό και το μέην στρημ, ανέδειξε σε μεγάλο κοινωνικό αγαθό τον αραχτό φραπέ, αφού απενοχοποιούσε τον μικροαστό από τις αριστερές εξεγερσιακές εμμονές και τον οδηγούσε κατευθείαν στην πορτοκαλί νιρβάνα των εναλλακτικοτήτων και της «θετικής ενέργειας».