Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

«Το δεσποτάκι μου»...



Του Κώστα Ζουρδού, θεολόγου

Η μέρα άρχιζε δειλά-δειλά να χαράζει στην Πόλη. Στο ρωμαϊκό νοσοκομείο του Βαλουκλή όλα κυλούσαν ήρεμα όπως κάθε βράδυ εκτός από τον θάλαμο του μεγάλου ασθενή. Μια πνευμονία είναι πάντα απρόβλεπτη και σε συνδυασμό με την ηλικία του αρρώστου είχε κινητοποιήσει το ιατρικό προσωπικό. Ο ασθενής εξασθενημένος έπιασε το κομποσκοίνι του για να ψελλίσει με τις λίγες του δυνάμεις κάποια λόγια προσευχής. Ξαφνικά είδε την μορφή της. Είχε εβδομήντα πέντε χρόνια να την δει. Τότε που ήταν δεκατριών ετών, την τελευταία φορά. Εκείνη τον πλησίασε και τον πήρε αγκαλιά όπως τότε που έμεναν οι δύο τους και τον γέμιζε χάδια και γλυκόλογα. Τότε που με δάκρυα στα μάτια η Ελένη Μοκόρου Σπύρου έλεγε στον γιο της Αριστοκλή την γλυκιά της προσωπική προσφώνηση: «το δεσποτάκι μου». Η Ελένη δεν πρόλαβε να καμαρώσει τον γιο της όπως ήθελε, Δεσπότη. Που να φανταζόταν πως το παιδί της, «το δεσποτάκι της», θα γινόταν ο σπουδαίος και μεγάλος Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας.



Η οικογένεια της Ελένης Μοκόρου ήταν από τις πιο ευκατάστατες της Ηπείρου. Ο πατέρας της Βασίλειος ήταν τσαρουχάς και έμπορος δερμάτων και μια τοπική παράδοση αναφέρει πως ήταν ο εφευρέτης της φούντας που μέχρι σήμερα στολίζει το ελληνικό τσαρούχι. Η μητέρα της, Ειρήνη, την είχε αναθρέψει σε ένα περιβάλλον βαθειά θρησκευτικό και την είχε κάνει άριστη νοικοκυρά για να μπορέσει όταν έρθει ο καιρός να στήσει το δικό της σπιτικό. Η Ελένη ήταν όμορφη, καλοσυνάτη και κυρίως φιλάνθρωπη. Η οικονομική άνεση της οικογένειας της ήταν το έναυσμα για να βοηθάει τους αναξιοπαθούντες που δεν έλειπαν ποτέ από το αρχοντικό τους. Όταν η Ελένη έφτασε σε ηλικία γάμου, ο πατέρας της θέλησε να την παντρέψει με συνοικέσιο με έναν εξαίρετο νέου που παρά το νεαρό της ηλικίας του, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην περιοχή. Ο γαμπρός ήταν ο γιατρός Ματθαίος Σπύρου από το Βασιλικό. Στο Βασιλικό, ο Ματθαίος και η Ελένη έστησαν το αρχοντικό τους και απέκτησαν τρία παιδιά: τον Γεώργιο, τον Αριστοκλή, και την Αγάθη. Τα παιδιά μεγάλωσαν μέσα σε αυστηρές οικογενειακές ηθικές αρχές, με το παράδειγμα της ευλάβειας και της φιλανθρωπίας της μητέρας τους να είναι παροιμιώδες. Η Ελένη άδειαζε το φαρμακείο του άντρα της, τότε οι γιατροί ήταν και φαρμακοποιοί, για να τα δώσει στους φτωχούς χωριανούς που τα είχαν ανάγκη και δεν είχαν χρήματα για να τα αγοράσουν. Η στοργή και η αγάπη της Ελένης ήταν συγκλονιστική και καθοριστική. Χωρίς να το δείχνει όμως, είχε μεγάλη αδυναμία στον γιο της Αριστοκλή γιατί ήταν αδύνατο και ασθενικό παιδί. Τόσο μεγάλη ήταν η θρησκευτική επιρροή της Ελένης στον Αριστοκλή που από μικρός εκείνος  στην κλασική και διαχρονική ερώτηση, «τι θα γίνεις όταν θα μεγαλώσεις;», απαντούσε αφοπλιστικά «Δεσπότης».


Η χαρά της κυρίας Ελένης ήταν μεγάλη όταν έβλεπε τον γιο της Αριστοκλή να προοδεύει στο σχολείο και να παίζει ανέμελα στην αυλή με τους συμμαθητές του. Η Δασκάλα του Ελένη Τσιγαρίδα ήταν περήφανη για τον μαθητή της και ο Θεός θα την ευλογήσει να τον καμαρώσει Πατριάρχη όταν ο Αθηναγόρας πια θα επισκεφτεί την Κόνιτσα και την δασκάλα του που ήταν ηλικιωμένη 97 ετών. Μαζί θα θυμηθούν σχολικές αναμνήσεις αλλά και τις αγωνίες της αγαπημένης του μητέρας. Ο Αριστοκλής τελείωσε το δημοτικό με άριστα και έπρεπε να εγκαταλείψει το χωρίο του γιατί δεν είχε σχολαρχείο γεγονός που στεναχώρησε βαθειά την μητέρα του Ελένη. Η οικογένεια αποφάσισε ο Αριστοκλής να πάει στην Κόνιτσα στο εκεί σχολαρχείο και να ζήσει κοντά στην γιαγιά του Ειρήνη που ο Θεός το έφερε να του σταθεί σαν δεύτερη μάνα. Η πικραμένη Ελένη από την αναχώρηση του παιδιού της για να απαλύνει τον πόνο της και για να έχει έστω και λίγο την ψευδαίσθηση ότι και εκείνη τον φροντίζει από μακριά του έστελνε τακτικά γλυκά και λιχουδιές και εκείνος αντλώντας από το παράδειγμα της τα μοίραζε στους συμμαθητές του.


Το 1899 οι γονείς του Αριστοκλή, που τότε ήταν 13 χρονών, πήραν ένα μήνυμα από την γιαγιά του πως είχε αρρωστήσει από σοβαρή μορφή τύφου. Ο Ματθαίος και η Ελένη έτρεξαν αμέσως κοντά στο παιδί τους και δεν έφυγαν ούτε λεπτό από το προσκεφάλι του. Η Ελένη μέρα και νύχτα με δάκρυα στα μάτια προσευχόταν στην Παναγιά να κάνει καλά το παιδί της που το έβλεπε να λιώνει από τον υψηλό πυρετό. Ο πατέρας του σαν γιατρός ανέλαβε την ευθύνη της θεραπείας του και έδωσε αυστηρή εντολή για δίαιτα και κατανάλωση άφθονου νερού. Με τις προσευχές της Ελένης και με την θεραπεία του Πατέρα του ο Αριστοκλής άρχισε σιγά-σιγά να δείχνει σημάδια βελτίωσης και με τον καιρό ο σοβαρός κίνδυνος για την ζωή του πέρασε. Παρά την σταδιακή του ανάκαμψη ο Αριστοκλής παρέμενε κλινήρης με χαμηλές φυσικές δυνάμεις που δεν του επέτρεπαν να χαρεί την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του Ελένη βλέποντας το αδύνατο και αδύναμο παιδί της να μην μπορεί να απολαύσει την παιδικότητα του, αποφάσισε να παρακούσει την εντολή του άντρα της για συνέχιση της δίαιτας και ετοίμασε στον Αριστοκλή ένα φλιτζάνι ζουμί από κότα για να τον «στυλώσει».


Το ίδιο βράδυ ο Αριστοκλής ξανακύλησε στην βαριά του αρρώστια και η Ελένη έπεσε σε μεγάλη απελπισία. Αναγκάστηκε να αποκαλύψει στον άντρα της την μεγάλη της παρακοή και εκείνος την επέπληξε σκληρά και της εξήγησε πως αυτή η νέα επιπλοκή μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες. Η είδηση αυτή κλόνισε ψυχικά και σωματικά την Ελένη και λίγο μετά υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο που της στέρησε την ζωή. Ήταν μόλις 35 χρονών και δεν πρόλαβε να δει «το δεσποτάκι της» μεγάλο Πατριάρχη.


Μετά από πολύ καιρό ο Αριστοκλής θα συνέλθει από την ασθένεια αλλά τώρα  έχει να αντιμετωπίσει την ορφάνια. Η γιαγιά Ειρήνη αγκάλιασε τα παιδιά της κόρης της σαν δεύτερη μητέρα δείχνοντας και αυτή περισσότερη στοργή στον Αριστοκλή. Εκείνος δεν θα μπορέσει ποτέ ουσιαστικά να ξεπεράσει την απώλεια της μητέρας του και κάθε φορά που θα διηγηθεί κάτι για εκείνη θα πλημμυρίζει από δάκρια. Στην θέση της θα βάλει την Παναγιά.


Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας έφυγε από την ζωή, σε ηλικία 86 ετών, τα ξημερώματα της 7ης Ιουλίου του 1972 στο νοσοκομείο του Βαλουκλή, πηγαίνοντας να ανταμώσει την αγάπη και την στοργή της μητέρας του Ελένης που στερήθηκε πολλά χρόνια και που εκείνη θα έβλεπε πια το «δεσποτάκι της» μεγάλο Πατριάρχη…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου