Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Θεέ. Εσένα, όμως, ακόμα σε περιμένω. Έλα. Μη διστάζεις.

Γράμμα Ένατο

Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα έγινα ογδόντα χρονών και σκέφτηκα πάρα πολύ.
Πρώτα απ’ όλα, χρησιμοποίησα το χριστουγεννιάτικο δώρο της θείας Ροζ. Σού μίλησα ποτέ γι’ αυτό; Δε θυμάμαι. Είναι ένα φυτό της Σαχάρας που ζει μόνο μία μέρα. Μόλις ο σπόρος πιει νερό, μπουμπουκιάζει, γίνεται μίσχος, βγάζει φύλλα, πετάει ένα λουλούδι, παράγει σπόρους, μαραίνεται, και χοπ, το βράδυ, τέλος. Καταπληκτικό δώρο — σ’ ευχαριστώ που το δημιούργησες. Σήμερα το πρωί, στις επτά, το ποτίσαμε η θεία Ροζ, οι γονείς μου κι εγώ (δεν ξέρω αν σ’ το ’χω πει! οι γονείς μου αυτόν τον καιρό μένουν στης θείας Ροζ γιατί το σπίτι της είναι πιο κοντά στο νοσοκομείο) κι έτσι μπόρεσα να παρακολουθήσω όλη του τη ζωή. Συγκινήθηκα. Δε λέω, το λουλούδι είναι μάλλον καχεκτικό και λίγο αστείο, δεν είναι σαν το μπαομπάμπ, αλλά τη δουλειά του την κάνει μια χαρά, σαν μεγάλο φυτό, μπροστά στα μάτια μας και μέσα σε μια μέρα.
Παρέα με την Πέγκι Μπλου διαβάσαμε το Λεξικό Ιατρικών Όρων. Είναι το αγαπημένο της βιβλίο. Έχει πάθος με τις αρρώστιες κι αναρωτιέται τι αρρώστια μπορεί να της έρθει μετά. Εγώ έψαξα για τις λέξεις που μ’ ενδιέφεραν! «Ζωή», «Θάνατος», «Πίστη», «Θεός». Ε, θέλεις με πιστεύεις, θέλεις δε με πιστεύεις, δεν υπήρχαν! Τι σημαίνει αυτό; Να σού πω τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι ούτε η ζωή, ούτε ο θάνατος, ούτε η πίστη, ούτε εσύ είστε αρρώστιες, κάτι που μάλλον είναι καλό νέο. Από την άλλη, όμως, δε θα ’πρεπε, σ’ ένα τόσο σοβαρό βιβλίο, να υπάρχουν και απαντήσεις στις πιο σοβαρές ερωτήσεις;
«Θεία Ροζ, μου φαίνεται ότι στο Λεξικό Ιατρικών Όρων υπάρχουν μόνο ειδικά θέματα και απαντήσεις σε προβλήματα που μπορούν να συμβούν στον καθένα μας χωριστά, αλλά δεν υπάρχουν θέματα που μας αφορούν όλους! η Ζωή, ο Θάνατος, η Πίστη, ο Θεός.»
«Ίσως θα ’πρεπε να πάρεις ένα φιλοσοφικό λεξικό, Όσκαρ. Ωστόσο, ακόμα κι αν βρεις τις ιδέες που ψάχνεις, και πάλι κινδυνεύεις να απογοητευτείς. Το λεξικό προτείνει πολλές και διάφορες ερμηνείες για κάθε έννοια.»
«Πώς γίνεται αυτό;»

Τιμητική εκδήλωση για τα 20 χρόνια του Μητροπολίτη Πειραιώς Καλλίνικου, 17 Μάιου 1998…



Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ενοριακού Ιερού Ναού Προφήτου Ηλιού Καστέλας και ο Σύλλογος Ενοριτών Προφήτου Ηλιού πραγματοποίησαν τιμητική εκδήλωση με την ευκαιρία της συμπληρώσεως 20ετούς ποιμαντορίας στην Μητρόπολη Πειραιώς του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς Καλλίνικου. Στην συγκινητική εκδήλωση μίλησαν ο Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου Πρωτοπρεσβύτερος π Εμμανουήλ Ραπτάκης και ο Πρόεδρος του Συλλόγου Ενοριτών κ Ιωάννης Παναγιωτάκης, οι οποίοι και προσέφεραν στον Σεβασμιώτατο τιμητική πλακέτα και επιστήθιο σταυρό.

Κώστας Ζουρδός

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Δε σου γράφω πια πολλά, γιατί το στιλό μού πέφτει λίγο βαρύ...

 Γράμμα Όγδοο

Αγαπητέ Θεέ,
Έχω περάσει τα εξήντα και πληρώνω για όλες τις καταχρήσεις που έκανα χτες βράδυ. Δεν ήμουν σε μεγάλη φόρμα σήμερα.
Χάρηκα που γύρισα σπίτι... θέλω να πω, στο νοσοκομείο. Έτσι γίνεται όταν γερνάς! δε σ’ αρέσουν πια οι μετακινήσεις. Είναι σίγουρο ότι δε θέλω πια να φύγω.
Αυτό που δεν σού είπα στο χτεσινό γράμμα μου, είναι ότι στο σπίτι της θείας Ροζ, πάνω σε μια εταζέρα, στη σκάλα, είδα ένα άγαλμα της Πέγκι Μπλου. Στ’ ορκίζομαι. Ολόιδια, γύψινη, με το ίδιο γλυκό πρόσωπο, το ίδιο μπλε χρώμα στα ρούχα και στο δέρμα. Η θεία Ροζ λέει ότι είναι η Παναγία (η μητέρα σου, απ’ ό,τι κατάλαβα) κι ότι έφτασε στα χέρια της από γενιά σε γενιά. Δέχτηκε να μου τη χαρίσει. Την έβαλα πάνω στο κομοδίνο μου. Έτσι κι αλλιώς, μια μέρα θα ξαναπάει στην οικογένεια της θείας Ροζ, αφού την έχω υιοθετήσει.
Η Πέγκι Μπλου πάει καλύτερα. Ήρθε και με είδε με το καροτσάκι. Δε συμφώνησε μαζί μου ότι είναι εκείνη στο άγαλμα, αλλά περάσαμε ωραία μαζί. Κρατιόμασταν χέρι-χεράκι κι ακούγαμε τον Καρυοθραύστη, κι αυτό μάς θύμισε ωραίες εποχές.
Δε σού γράφω πια πολλά, γιατί το στιλό μού πέφτει λίγο βαρύ. Εδώ, όλος ο κόσμος είναι άρρωστος, ακόμα κι ο γιατρός Ντίσελντορφ. Φταίνε οι σοκολάτες, τα φουαγκρά, τα μαρόν-γκλασέ και οι σαμπάνιες που πρόσφεραν οι γονείς στο νοσηλευτικό προσωπικό. Πολύ θα ’θελα να μού κάνεις μια επίσκεψη.

Φιλάκια. Τα λέμε,
Όσκαρ.

Έρικ Εμανουέλ Σμίτ

Στελέχη της Μητροπόλεως Πειραιώς στο Κίεβο, 28 Δεκεμβρίου 1994-4 Ιανουαρίου 1995…



Προσκεκλημένοι του Ιδρύματος των Παιδιών του Κιέβου από 29 Δεκεμβρίου έως και 4 Ιανουαρίου, 44 επιστήμονες, φοιτητές και κληρικοί της Μητροπόλεως Πειραιώς με επικεφαλής τον Πρωτοσύγκελο Αρχιμανδρίτη Ιγνάτιο Γεωργακόπουλο, επισκέφθηκαν το Κίεβο. Η Μητρόπολη Πειραιώς είχε φιλοξενήσει το περασμένο καλοκαίρι στις κατασκηνωτικές εγκαταστάσεις στην Παιανία και στο Πολυδένδρι, 250 παιδιά από το Κίεβο, τη Μαριούπολη και το Τσερνομπίλ. Τα στελέχη της  Μητροπόλεως επισκέφθηκαν την Λαύρα των Σπηλαίων, ένα φυτώριο του Μοναχισμού του Βορρά με καρποφορία εκατοντάδων αγίων, την Αγία Σοφία του Κιέβου με τα περίφημα ψηφιδωτά, το Ναό του Αγίου Βλαδίμηρου στον οποίο φυλάσσεται το λείψανο της Αγίας Βαρβάρας, το γυναικείο Μοναστήρι της Αγίας Σκέπης, το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Μειονοτήτων και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Αξιοσημείωτο είναι πως τα στελέχη της Μητροπόλεως Πειραιώς παρουσιάσθηκαν στο βραδινό δελτίο ειδήσεων της κρατικής τηλεόρασης και αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και στους στενούς δεσμούς φιλίας μεταξύ Ουκρανίας και Ελλάδος. Η παρουσία των επιστημόνων, φοιτητών και κληρικών της Μητροπόλεως Πειραιώς και του Πρωτοσύγκελου Ιγνάτιου Γεωργακόπουλου, υπήρξε μια μαρτυρία της Ορθόδοξης Ελλάδος στους ορθόδοξους Ουκρανούς. Η Πρόεδρος του Ιδρύματος Προστασίας Παιδιών του Κιέβου κ. Νίνα Σέμενιουκ και οι συνεργάτες της, φρόντισαν για την άψογη φιλοξενία.


Κώστας Ζουρδός

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

7η Γιορτή Νεολαίας της Μητροπόλεως Πειραιώς, 17-18 Μαΐου 1986…



Σε πρωτοφανή πανηγυρική ατμόσφαιρα και ξεπερνώντας κάθε άλλη χρονιά σε συμμετοχή νέων και λαού, πραγματοποιήθηκε για έβδομη συνεχή χρονιά το Σάββατο και την Κυριακή, 17-18 Μαΐου, η μεγάλη γιορτή νεολαίας της Μητροπόλεως Πειραιώς στο Βεάκειο θέατρο. Ξεπέρασαν τις 10.000 αυτοί που παρακολούθησαν και τις δύο ημέρες το εορταστικό πρόγραμμα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι τη δεύτερη μέρα πολλοί ήταν αυτοί που δεν μπόρεσαν να εισέλθουν στο θέατρο που είχε κατακλυστεί πολύ πριν από την ώρα έναρξης και για αυτό υποχρεώθηκαν να αποχωρίσουν.

Η Γενοκτονία των Ποντίων, συνέντευξη του κ. Βλάση Αγτζίδη….Μάιος 2004…



Η Γενοκτονία των Ποντίων: Ένα μεγάλο Ελληνικό Ολοκαύτωμα στην καθ’ ημάς Ανατολή!
Συνέντευξη του Ιστορικού κ Βλάση Αγτζίδη στον Νίκο Ζαμπαζιώτη για το Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία.

Το Μάιο τιμήσαμε για άλλη μια φορά τη γενοκτονία των Ποντίων. Μπορείτε κ. Αγτζίδη να μας κάνετε μια ιστορική αναδρομή;
Στις 19 Μαΐου συμπληρώθηκαν 85 χρόνια από τη στιγμή που ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά, ο οποίος ονομάσθηκε Ατατούρ, δηλαδή, «Πατέρας των Τούρκων», αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα του Πόντου για να οργανώσει τον εθνικιστικό στρατό και να ολοκληρώσει τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας που είχαν αρχίσει οι Νεότουρκοι σύντροφοι του. Τόσο η γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού, όσο και η γενοκτονία στην υπόλοιπη Μικρά Ασία, αποτελούν τα δραματικά αποτελέσματα της προσπάθειας του τουρκικού εθνικισμού για μετατροπή του πολυεθνικού οθωμανικού χώρου σε εθνικό τουρκικό. Η πορεία του Κεμάλ Ατατούρκ που άρχισε στις 19 Μαΐου του 1919, ολοκληρώθηκε με την καταστροφή της Σμύρνης-της «γκιαούρ Ιζμίρ»-στις 14 Σεπτεμβρίου 1922. η απόφαση για εθνικές εκκαθαρίσεις των χριστιανικών εθνών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο βίαιος μετασχηματισμός της σε εθνικό κράτος πάρθηκε αμέσως μετά την άνοδο των Νεότουρκων στην εξουσία το 1908. η πολιτική του τουρκικού εθνικισμού κόστισε εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πρόσφυγες στις χριστιανικές εθνότητες της Αυτοκρατορίας, κυρίως στους Έλληνες και στους Αρμένιους.

Ή μήπως δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν παρά μόνο έναν Όσκαρ υγιή;

Γράμμα Έβδομο

Αγαπητέ Θεέ,

Στις οκτώ σήμερα το πρωί είπα στην Πέγκι Μπλου ότι την αγαπώ, ότι μόνο αυτήν αγαπώ κι ότι δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου μακριά της. Έβαλε τα κλάματα και μου εξομολογήθηκε ότι την είχα στενοχωρήσει πολύ, γιατί κι αυτή μόνο εμένα αγαπάει και δεν πρόκειται ποτέ να βρει άλλον, ιδίως τώρα που έχει γίνει ροζ.Και τότε—τι περίεργο!— βρεθήκαμε κι οι δυο να κλαίμε με αναφιλητά, αλλά το χαιρόμασταν! Έχει πλάκα η έγγαμη ζωή· ειδικά μετά τα πενήντα, όταν το ζευγάρι έχει περάσει δοκιμασίες. Στις δέκα η ώρα κατάλαβα ότι ήταν Χριστούγεννα, ότι δε θα μπορούσα να μείνω με την Πέγκι, γιατί είχε φτάσει στο δωμάτιο της ολόκληρη η οικογένεια της (αδέρφια, θείοι, ανίψια, ξαδέρφια), κι ότι ήμουν υποχρεωμένος να υποστώ τους γονείς μου. Τι δώρο θα μου ’καναν πάλι; Ένα παζλ με δεκαοκτώ χιλιάδες κομμάτια; Βιβλία στα κουρδικά; Ένα κουτί με οδηγίες χρήσεως; Μια φωτογραφία μου απ’ όταν ήμουν καλά; Έχοντας να κάνω με δύο κρετίνους, που είναι τόσο έξυπνοι όσο μια σακούλα σκουπιδιών, έβλεπα μιαν απειλή να διαγράφεται στον ορίζοντα, κι ενώ φοβόμουν τα πάντα, ένα ήταν σίγουρο: ότι θα περνούσα μια τελείως χαζή μέρα.
Αποφάσισα στα γρήγορα να την κοπανήσω, κι άρχισα να οργανώνομαι. Λίγο μοίρασμα: τα παιχνίδια μου στον Αϊνστάιν, τον υπνόσακο μου στον Μπέικον, τις καραμέλες μου στον Ποπ Κορν. Λίγη παρακολούθηση: η θεία Ροζ, πριν φύγει, περνούσε πάντα από την γκαρνταρόμπα. Λίγη πρόβλεψη: οι γονείς μου δεν επρόκειτο να εμφανιστούν πριν το μεσημέρι. Όλα πήγαν καλά: στις εντεκάμιση, η θεία Ροζ με φίλησε, μου ευχήθηκε να περάσω όμορφα τα Χριστούγεννα με τους γονείς μου, κι ύστερα τράβηξε για την γκαρνταρόμπα. Σφύριξα. Ο Ποπ Κορν, ο Αϊνστάιν και ο Μπέικον μ’ έντυσαν στα γρήγορα και με πήγαν σηκωτό ως την γκρανκάσα της θείας Ροζ, ένα αυτοκίνητο πιο παλιό απ’ τη λάσπη. Ο Ποπ Κορν, που είναι σαΐνι στο ν’ ανοίγει κλειδαριές, μια και είχε την τύχη να μεγαλώσει σε μια υποβαθμισμένη πόλη, παραβίασε την πίσω πόρτα, και με πέταξαν στο πάτωμα, ανάμεσα στα μπροστινά και τα πίσω καθίσματα. Μετά επέστρεψαν στο κτίριο, ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Μετά από αρκετή ώρα, η θεία Ροζ μπήκε στο αυτοκίνητο της, γύρισε το κλειδί καμιά δεκαπενταριά φορές ώσπου να το βάλει μπρος, και ξεκίνησε σπινάροντας. Είναι φοβερή η φασαρία που κάνουν αυτά τ’ αμάξια, άσε που έχεις την εντύπωση ότι τρέχουν του σκοτωμού και ταρακουνιέσαι όπως στα αυτοκινητάκια στα πανηγύρια.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

23η Γιορτή Νεολαίας της Μητροπόλεως Πειραιώς, 15 και 16 Μαΐου 2004…


Το Σάββατο 15 και την Κυριακή 16 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η 23η Γιορτή Νεολαίας στο Βεάκειο θερινό θέατρο του Πειραιά με τη συμμετοχή εκατοντάδων παιδιών και νέων από όλες τις ενορίες της Μητροπόλεως Πειραιώς. Η Γιορτή Νεολαίας αποτελεί το αποκορύφωμα των δραστηριοτήτων που επιτελούνται στις ενορίες του Πειραιά και σηματοδοτεί το τέλος της ιεραποστολικής περιόδου ενώ συγχρόνως αποτελεί ευκαιρία για τα παιδιά και τους νέους της Πειραϊκής Εκκλησίας να παρουσιάσουν μέρος από τη δουλειά που συντελείται στα Πνευματικά Κέντρα των ενοριών στήνοντας ένα ενθουσιώδες πανηγύρι.

Αύριο, Θεέ, είναι Χριστούγεννα. Δε μου ’χε περάσει απ’ το μυαλό ότι είναι τα γενέθλια σου


Γράμμα Έκτο

Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα πέρασα τη δεκαετία των σαράντα, κι έκανα τη μία βλακεία μετά την άλλη.
Σου τα λέω γρήγορα γρήγορα, γιατί δεν αξίζει ν’ ασχοληθώ για περισσότερο. Η Πέγκι Μπλου είναι καλά, αλλά ο Ποπ Κορν, που δε με χωνεύει πια, της έστειλε την Κινέζα για να με καρφώσει ότι την είχα φιλήσει στο στόμα.
Ύστερα απ’ αυτό, η Πέγκι μού είπε ότι είχαμε τελειώσει εμείς οι δυο. Διαμαρτυρήθηκα, της είπα ότι αυτό που είχε γίνει με την Κινέζα ήταν ένα νεανικό σφάλμα, ότι ήταν πολύ πριν τη γνωρίσω, ότι δεν μπορούσα να πληρώνω μια ζωή το παρελθόν μου.
Εκείνη δεν έλεγε ν’ ακούσει κουβέντα. Έγινε και φίλη με την Κινέζα για να με τσαντίσει, και τις άκουσα να χασκογελάνε παρέα.
Κι έτσι, όταν η Μπριζίτ, το «μογγολάκι» (που κολλάει σ’ όλο τον κόσμο γιατί τα «μογγολάκια», είναι γνωστό αυτό, τρελαίνονται για χάδια), ήρθε στο δωμάτιο μου να μου πει καλημέρα, την άφησα να με φιλήσει παντού. Έκανε σαν παλαβή από τη χαρά της’ σαν σκυλί που κάνει χαρές στ’ αφεντικό του. Το πρόβλημα είναι ότι ο Αϊνστάιν ήταν στο διάδρομο. Κι ο Αϊνστάιν, μπορεί να ’χει νερό στο κεφάλι του, αλλά στραβός δεν είναι. Τα είδε όλα και τα είπε χαρτί και καλαμάρι στην Γϊέγκι και την Κινέζα. Τώρα, κι ας μην έχω κουνήσει απ’ το δωμάτιο μου, όλος ο όροφος με φωνάζει γυναικά.
«Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε με την Μπριζίτ, θεία Ροζ...»
«Η τρέλα της μέσης ηλικίας, Όσκαρ. Έτσι είναι όλοι οι άντρες μεταξύ σαράντα και πενήντα! θέλουν να σιγουρευτούν ότι μπορούν ν’ αρέσουν και α άλλες γυναίκες εκτός απ’ αυτές που αγαπούν.»
«Εντάξει! είμαι φυσιολογικός. Κάνω και χαζομάρες, όμως, ε;»
«Ναι! είσαι απολύτως φυσιολογικός.»
«Τι πρέπει να κάνω;»
«Ποιαν αγαπάς;»
«Την Πέγκι — μόνο την Πέγκι.»
«Πες της το, λοιπόν. Η σχέση δύο ανθρώπων είναι ευαίσθητη, κλονίζεται, αλλά, αν υπάρχει αγάπη, αξίζει να αγωνιστεί κανείς για να τη διατηρήσει.»
Αύριο, Θεέ, είναι Χριστούγεννα. Δε μου ’χε περάσει απ’ το μυαλό ότι είναι τα γενέθλια σου. Φρόντισε να τα ξαναφτιάξω με την Πέγκι, γιατί, δεν ξέρω αν φταίει αυτό, απόψε είμαι πολύ λυπημένος και δεν έχω δύναμη για τίποτα.
Τα λέμε. Φιλάκια,
Όσκαρ.
Υ.Γ. Τώρα που είμαστε φιλαράκια, τι δώρο θέλεις για τα γενέθλια σου;



Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Ο Τραμπάκουλας δεν μένει πια εδώ….



Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κάνει την εμφάνιση του ο αφελής Έλληνας της υπαίθρου που όλα του φαίνονται πιθανά και σίγουρα με μια έμφυτη κληρονομική ευφάνταστη μυθική διήγηση. Την φιγούρα αυτή όπως και άλλες πολλές ενσαρκώνει ο μοναδικός ηθοποιός Χάρρυ Κλυνν, ένας μοναδικός σατυρικός καλλιτέχνης που άφησε το δικό του στίγμα στον πολιτισμό μας. Ο Χάρρυ Κλυνν ήταν η επιτομή του σατυρικού πρωτοποριακού λόγου, δρώντας κυρίως την δεκαετία του 1980, την περίοδο της Αλλαγής την εποχή δηλαδή που o Έλληνας της επαρχίας έγινε ο Έλληνας των κοινοτικών κονδυλίων, την εποχή που μας προέκυψε η εικόνα του νεόπλουτου νεοέλληνα των σκυλάδικων και των υπερβολών αλλά και την εποχή της οξείας πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στη ΝΔ  και στο ΠΑΣΟΚ. Μέσα από τους διάφορους ρόλους του περιέγραψε μια κοινωνία που μετατράπηκε από την εποχή της ανάγκης στην εποχή της επιθυμίας. Ένα φτωχόπαιδο προσφυγόπουλο από τον Πόντο με τεράστια ευφυΐα και μεγάλο ταλέντο και υποκριτική δεινότητα που σφράγισε με τον σατυρικό του λόγο την πολιτική και πνευματική μας στασιμότητα και που προφήτευσε την μελλοντική μας κατάντια μέσα από τον έκλυτο και ανεξέλεγκτο βίο του πολιτικού προσωπικού και του κιμπάρι αεριτζή νεοέλληνα νεόπλουτου. Θεωρώ πως το ταλέντο του ήταν μεγαλύτερο από το έργο του αλλά εγκλωβίστηκε σε ένα και μόνο ουσιαστικά θεατρικό είδος στερώντας μας τις τεράστιες πτυχές της υποκριτικής του δεινότητας. Θυμάμαι ακόμα τις κασέτες με τα έργα που ακούγαμε πιτσιρικάδες από το μοναδικό κασετόφωνο αποσβολωμένοι στην κουζίνα του σπιτιού μας εγώ και ο αδερφός μου ο Γιάννης που του είχε τρελή αδυναμία στα μικρά μας χρόνια.

«Μπουτάραμε» και πάλι….



Θα ήθελα από την αρχή να ομολογήσω ότι με πολλές απόψεις  του Δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη διαφωνώ και απορώ με την ευκολία που τις διατυπώνει. Υπάρχουν και άλλες, λίγες που είναι ενδιαφέρουσες και βγαίνουν μέσα από την στάση ζωής του που δεν αποδέχομαι αλλά κατανοώ. Δεν γνωρίζω επίσης αν ο κ. Μπουτάρης είναι καλός Δήμαρχος γιατί δεν ζω στη Θεσσαλονίκη και δεν έχω προσωπική άποψη. Εκείνο που θα ήθελα να επισημάνω είναι πως ο Δήμαρχος μιας πόλης δεν έχει στο πλαίσιο της ευθύνης του την αρμοδιότητα να διαφωτίσει τους πολίτες για θέματα ιστορίας, να διδάξει την ιστορία πόσο μάλλον να επιχειρήσει να την ξαναγράψει. Στο σημείο που μπαίνει σε θέματα ιστορίας που αφορούν ευαίσθητα θέματα του ελληνισμού όταν δεν είναι αστείος και απλουστευτικός γίνεται επικίνδυνος. Από την άλλη εκείνο που πρέπει όλοι μας να διαφυλάξουμε είναι το δικαίωμα στον Γιάννη Μπουτάρη να λέει ελεύθερα ότι πιστεύει χωρίς τα λεγόμενα του να λογίζονται ως αλήθειες του ελληνισμού αλλά ως προσωπικές απόψεις που στις περισσότερες φορές δεν αγγίζουν αλλά αποστρέφουν την κοινή γνώμη. Και το σπουδαιότερο στα λεγόμενα του κ. Μπουτάρη πρέπει να απαντάμε μόνο με επιχειρήματα και θέσεις που καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς του. Όσα έγιναν την ημέρα μνήμης τη Γενοκτονίας των Ποντίων στη Θεσσαλονίκη είναι απαράδεκτα και καταδικαστέα. Πρέπει όμως πέρα από το γεγονός να στηλιτεύσουμε κάποια πράγματα που φαίνονται δευτερεύοντα αλλά έχουν σπουδαία σημασία.

Captain, my captain

 Χρήστος Μιχαηλίδης
Σε μια άκρη του κοιμητηρίου στάθηκα πλάι σε δύο κυβερνήτες της Aegean. Ο ένας πέταξε επάνω στο φέρετρο, που ήταν ήδη σκεπασμένο από λευκά άνθη, το πηλίκιό του. Ο άλλος, έβγαλε από το σακάκι την καρφίτσα με τα φτερά της εταιρείας, και μαζί με το πηλίκιο και αυτός, τα παρέδωσε στον πραγματικό καπετάνιο του, τον Θεόδωρο Βασιλάκη
Είδα ένα στεφάνι που τα λόγια επάνω στη κορδέλα μου φάνηκαν υπερβολικά: «Καλό ταξίδι, με τα φτερά της Aegean». Υπογραφή, ένας φίλος του. Αυτό, στην αρχή της κηδείας του Θεόδωρου Βασιλάκη, Σάββατο μεσημέρι, στη Κηφισιά.
Το ξέχασα, ώσπου είδα έξω από την πλαϊνή πόρτα της εκκλησίας στο Κεφαλάρι καμιά εικοσαριά πιλότους της εταιρείας να λένε στους ανθρώπους του γραφείου τελετών: «Εμείς θα μεταφέρουμε το φέρετρο». «Θέλουμε έξι», τους είπαν οι επαγγελματίες και δεν έμεινε ένας που να μην πει «εγώ».
Φορούσαν τη στολή τους και πλαισιώνονταν και από άλλα μέλη του πληρώματος. Ήταν οικογένεια.
«Για μας ήταν προσωπική απώλεια», μου είπε ο Δημήτρης Γερογιάννης, Διευθύνων Σύμβουλος της Aegean. «Είναι σαν να έχασα τον πατέρα μου», μού είπε ένα στέλεχος της εταιρείας, σε μια άκρη του κοιμητηρίου, λίγα λεπτά μετά την ταφή.
Εκεί, στάθηκα πλάι σε δύο κυβερνήτες που έτυχε να γνωρίσω το 2016 σε ένα ταξίδι παραλαβής ακόμη ενός καινούργιου αεροσκάφους της Aegean στη Τουλούζη. Ο ένας πέταξε επάνω στο φέρετρο, που ήταν ήδη σκεπασμένο από λευκά άνθη, το πηλίκιό του. Ο άλλος, έβγαλε από το σακάκι την καρφίτσα με τα φτερά της εταιρείας, και μαζί με το πηλίκιο και αυτός, τα παρέδωσε στον πραγματικό καπετάνιο του.
Τότε, ξαναθυμήθηκα τα λόγια επάνω στην κορδέλα του στεφανιού ενός φίλου του. Και εκ των υστέρων λέω πως αν υπάρχει πράγματι ταξίδι μετά θάνατον, ο Θόδωρος Βασιλάκης όντως πετάει προς τον προορισμό του με τα φτερά της Aegean. Δίχως υπερβολή.
«Στον αγαπημένο μας Πρόεδρο. Η Διοίκηση & το Προσωπικό της Aegean». Το τελευταίο στεφάνι, φεύγοντας από το κοιμητήριο.
Η οικογένειά του, τελικά, ήταν πελώρια. Και με μέλη που, εκ πρώτης όψεως, είναι αταίριαστα. Ήξερα ότι ο κύκλος ενός επιτυχημένου επιχειρηματία είναι πάντοτε μεγάλος, αλλά αυτός εδώ, μέσα από την μη συνοχή του, φαίνεται πως είχε, και έχει πλέον, μια απίστευτη δύναμη «συνάντησης αξιών».

Αγαπητέ Θεέ, δεν έχει χάρη σήμερα. Θα ξεκουραστείς.


Γράμμα Πέμπτο

Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα χειρουργήθηκε η Πέγκι Μπλου. Πέρασα δέκα τρομερά χρόνια. Είναι δύσκολη αυτή η δεκαετία των τριάντα· είναι η ηλικία της έγνοιας και των ευθυνών.
Τελικά, η Πέγκι δεν μπόρεσε να έρθει χτες τη νύχτα, γιατί η κυρία Ντικρί, η νυχτερινή αδελφή, έμεινε μαζί της για να την προετοιμάσει για τη νάρκωση. Το φορείο την πήρε γύρω στις οκτώ. Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν είδα την Πέγκι να περνάει ξαπλωμένη πάνω στο φορείο, κι έτσι όπως είναι κοντούλη κι αδύνατη, ίσα που φαινόταν κάτω από τα πράσινα σεντόνια.
Η θεία Ροζ μου κράτησε το χέρι για να μην ταραχτώ.
«Γιατί ο Θεός σας, θεία Ροζ, τα επιτρέπει αυτά σε ανθρώπους όπως η Πέγκι κι εγώ;»
«Ευτυχώς που υπάρχετε, μικρέ μου Όσκαρ... Πόσο άσχημη θα ’ταν η ζωή χωρίς εσάς!»
«Όχι... δεν καταλαβαίνετε. Γιατί ο Θεός επιτρέπει να είμαστε άρρωστοι; Είναι κακός ή απλώς δεν είναι έξυπνος;»
«Η αρρώστια είναι σαν το θάνατο, Όσκαρ. Είναι γεγονός. Δεν είναι τιμωρία.»
«Πώς φαίνεται ότι δεν είστε άρρωστη!»
«Αχ και να ’ξερες, Όσκαρ...»
Αυτό με τσάκισε. Δε μου ’χε περάσει από το νου ότι η θεία Ροζ που είναι πάντα τόσο διαθέσιμη, τόσο περιποιητική, μπορούσε να έχει τα δικά της προβλήματα.
«Μη μου κρύβετε πράγματα, θεία Ροζ — έμενα μπορείτε να μου τα λέτε όλα. Είμαι σχεδόν τριάντα δύο ετών, έχω καρκίνο, η γυναίκα μου έκανε μια σοβαρή εγχείρηση — άρα, την έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι.»
«Σ’ αγαπώ, Όσκαρ.»
«Κι εγώ. Τι μπορώ να κάνω για να σας λύσω τα προβλήματα; Θέλετε να σάς υιοθετήσω;»
«Να με υιοθετήσεις;»
«Ναι· όπως υιοθέτησα και τον Μπερνάρ όταν είδα ότι είχε τις μαύρες του.»
«Ποιος είναι ο Μπερνάρ;»
«Ο αρκούδος μου. Εκεί, στο ντουλάπι... πάνω στο ράφι. Είναι ο παλιός μου αρκούδος — δεν έχει πια ούτε μάτια ούτε στόμα ούτε μύτη, έχει αδειάσει σχεδόν ο μισός, κι είναι όλο σκισίματα. Σας μοιάζει λίγο. Τον υιοθέτησα το βράδυ που οι δύο χαζοί γονείς μου μού έφεραν έναν καινούργιο. Λες και υπήρχε περίπτωση να δεχτώ εγώ έναν καινούργιο αρκούδο! Καλύτερα να αντικαθιστούσαν εμένα μ’ ένα ολοκαίνουργιο αδελφάκι! Από κείνη τη μέρα τον υιοθέτησα. Θα του αφήσω ό,τι έχω και δεν έχω. Θέλω να υιοθετήσω κι εσάς, αν αυτό νομίζετε ότι θα σας κάνει καλό.»
«Μετά χαράς, Όσκαρ. Πιστεύω ότι θα μου κάνει πολύ καλό.»
«Κόλλα το, λοιπόν, θεία Ροζ!»

Το ανεξίτηλο του βαπτίσματος….Κωνσταντίνος Καρούσος...


Όταν ένας άνθρωπος βαπτιστή και μπει στην χορεία της στρατευόμενης Εκκλησίας, το μυστήριο αυτό, της αναγέννησης του στη νέα ζωή είναι ανεξίτηλο. Δηλαδή η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος πάνω του μένει για πάντα όποια τροπή και αν πάρει η ζωή του. Αυτή η ιδιότητα παραμένει ακόμα και για τους χριστιανούς που αποφασίζουν να εισέλθουν στον μοναχικό στίβο και κατά την διάρκεια της κουράς τους θα αλλάξουν το όνομα τους.

Το 1926, γεννήθηκε στο Βαρθολομιό  του Νομού Ηλείας ο πρωτότοκος γιός του Ιωάννη και της Θεοδώρας Καρούσου και πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Μετά τον Κωνσταντίνο ακολούθησαν οι τρείς αδερφές του Ευγενία, Παναγιώτα και Αικατερίνη. Ο πατέρας ήταν έμπορος σε εποχές δύσκολες όπου στις επαρχίες δεν υπήρχαν συγκοινωνιακά μέσα, ηλεκτρισμός, ύδρευση, σχολεία. Τα παιδία όμως μεγάλωναν με στοργή και αγάπη και οι γονείς τους πάσχιζαν για να τους δώσουν όλα τα εφόδια για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια καλύτερη ζωή. Ο Κωνσταντίνος Καρούσος παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού σχολείου Βαρθολομιού και δωδεκαετής αρίστευσε σε αυτό. Οι γονείς του τον προόριζαν να ακολουθήσει την ιατρική επιστήμη. Όπως όμως μαρτυρούν οι αδερφές του « εκείνος είχε πέσει στη θρησκεία και βρήκε μόνος του το δρόμο του Χριστού». Δεν ενδιαφερόταν για τίποτα άλλο παρά μόνο για τα θρησκευτικά βιβλία. Μέρα νύχτα διάβαζε θρησκευτικά βιβλία από την βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Αγίας Ελεούσας αλλά και κάποια παλιά βιβλία που είχε ο πατέρας του. Έμαθε την Αγία Γραφή καλά και ενδιαφερόταν μόνο για τα πνευματικά θέματα αφήνοντας το παιχνίδι και την ανεμελιά της νεότητας. 

Του Αγίου Κωνσταντίνου...κάποτε...


Όταν είσαι νεότερος και ανέμελος οι γιορτές είναι πάντα χαρούμενες και σημαντικές. Καθώς μεγαλώνεις είναι αναπόφευκτο να μετράς πληγές και απώλειες. Μπορεί να κουβαλάς περισσότερη εμπειρία αλλά η νοσταλγία σε κάνει πάντα να αναπολείς να θέλεις να δεις ποιος είσαι και που βρίσκεσαι. Τελικά οι γιορτές είναι μια ευκαιρία για να ανασυγκροτηθείς να ξανα βρείς τον εαυτό σου. Να μετρήσεις τα όνειρά σου. Να δεις αν πήραν σαρκα και οστά. Γιατί κάποια τα εγκατέλειψες και που οφείλεται η φυγή τους. Να μετρήσεις  φίλους και απουσίες.  Να γεφυρώσεις αποστάσεις. Να πάρεις αποστάσεις. Όλα αυτά τελικά είναι λόγια που φανερώνουν ότι μεγάλωσες. Πως έπαψες να βλέπεις τα πράγματα με τα μάτια του παιδιού  που βαθιά φωλιάζει μέσα σου. Του Αγίου Κωνσταντίνου κάποτε σηκωνόμασταν το πρωί για να πάμε στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο που πανηγύριζε και να κοινωνήσουμε στο ιερό από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς Καλλίνικο που γιόρταζε και αυτός το πρώτο του όνομα, τρέχοντας  μετά στο σχολείο για να κεράσουμε τους συμμαθητές μας και να δεχθούμε τα πειράγματα τους. Και το βράδυ βόλτα στο πασαλιμάνι για κουβέντα και παγωτό. Με μια βραδιά που ολοκληρωνόταν στα σκαλιά του Αγίου Βασιλείου με ατελείωτο τραγούδι και φωνές που αναστάτωναν τις γειτονιές. Σήμερα μετράς φίλους, εμπειρίες, όνειρά ανεκπλήρωτα, νέες και δύσκολες καταστάσεις και προσανατολίζεις τον εαυτό σου στα σημερινά δεδομένα. Του Αγίου Κωνσταντίνου...κάποτε...τότε που κάναμε κοινά όνειρά, τότε που θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο, τότε που εσύ, εγώ, ο άλλος ήταν ο κόσμος όλος. Χρόνια πολλά σε όλους. Γιατί κάθε γιορτή είναι μια καινούργια αρχή για όλους...

Κώστας Ζουρδός

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Ήταν ωραία μαζί σου σ’ εκείνη την ερημική εκκλησία…


Γράμμα Τέταρτο


Αγαπητέ Θεέ,
Πάει κι αυτό. Παντρεύτηκα. Έχουμε 21 Δεκεμβρίου, κι εγώ, παντρεμένος πια, μπαίνω στα τριάντα μου. Όσο για παιδιά, η Πέγκι Μπλου κι εγώ αποφασίσαμε ότι δεν είναι ακόμα ώρα. Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι δεν είναι έτοιμη. Όλα έγιναν την περασμένη νύχτα.
Γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα άκουσα το κλάμα της Πέγκι Μπλου. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι μου. Τα φαντάσματα! Η Πέγκι Μπλου βασανιζόταν από τα φαντάσματα, ενώ της είχα υποσχεθεί να τη φυλάω. Θα ’βαζε με το νου της ότι ήμουν ένας γελοίος, δε θα μου ξαναμιλούσε πια και θα ’χε δίκιο. Σηκώθηκα και πήγα προς τα εκεί απ’ όπου ακούγονταν κραυγές. Φτάνοντας στο δωμάτιο της Πέγκι, την είδα καθισμένη στο κρεβάτι της να με κοιτάει έκπληκτη. Μα κι εγώ είχα σαστισμένο ύφος, γιατί, ξαφνικά, είχα μπροστά μου την Πέγκι Μπλου να με κοιτάζει με κλειστό το στόμα, ενώ συνέχιζα ν’ ακούω φωνές. Έτσι προχώρησα μέχρι την επόμενη πόρτα, και τότε κατάλαβα ότι ήταν ο Μπέικον αυτός που στριφογύριζε στο κρεβάτι του γιατί τον πονούσαν τα εγκαύματα. Για μια στιγμή ένιωσα τύψεις, γιατί θυμήθηκα τη μέρα που είχα βάλει φωτιά στο σπίτι, στη γάτα, στο σκύλο, ακόμα και τη μέρα που είχα ψήσει τα χρυσόψαρα (τελικά, νομίζω ότι μάλλον έπρεπε να τα βράσω), αναλογίστηκα τι πρέπει να είχαν τραβήξει, κι είπα μέσα μου ότι, στο κάτω κάτω, καλύτερα που είχαν πεθάνει, απ’ το να βασανίζονται ατελείωτα με τις αναμνήσεις και τα εγκαύματα όπως ο Μπέικον, παρ’ όλες τις πλαστικές και τις αλοιφές.
Ο Μπέικον κουλουριάστηκε και σταμάτησε να κλαίει. Ξαναπήγα στης Πέγκι Μπλου.
«Δεν ήσουν εσύ, ε;» της είπα. «Πάντα νόμιζα ότι εσύ φωνάζεις τις νύχτες.»
«Κι εγώ νόμιζα ότι ήσουν εσύ.»
Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε σ’ αυτά που λέγαμε, σ’ αυτά που ακούγαμε! στην πραγματικότητα, ο καθένας σκεφτόταν τον άλλον εδώ και πολύ καιρό.
Η Πέγκι Μπλου έγινε ακόμα πιο μπλε, κάτι που σήμαινε ότι ένιωθε αμήχανα.
«Τι θα κάνεις τώρα, Όσκαρ;»
«Δεν ξέρω. Εσύ;»
Είναι να τρελαίνεσαι το πόσα κοινά σημεία έχουμε, πόσες κοινές ιδέες, πόσες ίδιες ερωτήσεις.
«Θες να κοιμηθείς μαζί μου;»
Είναι απίστευτα τα κορίτσια! Εγώ, μια τέτοια φράση, πριν την ξεστομίσω, θα τη γυρόφερνα στο νου μου ώρες, εβδομάδες, μήνες. Εκείνη μου την πέταξε έτσι, απλά, με τον πιο φυσικό τρόπο.
«Ο.Κ.». Κι ανέβηκα στο κρεβάτι της. Ήμαστε λίγο στριμωγμένοι, αλλά περάσαμε μια νύχτα υπέροχη. Η Πέγκι Μπλου μυρίζει φουντούκι, και το δέρμα της είναι απαλό· όχι όπως είναι το δικό μου μόνο κάτω από τα μπράτσα, αλλά παντού. Κοιμηθήκαμε πολύ, ονειρευτήκαμε πολύ, μείναμε για ώρες αγκαλιά, μιλήσαμε για τη ζωή μας.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Άκου τώρα τη χάρη της «ημέρας», θέλω να παντρευτώ την Πέγκι….


Γράμμα Τρίτο


Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα μπήκα στην εφηβεία. Τι να σού πρωτοπώ... Τσακώθηκα με τους φίλους μου, τσακώθηκα με τους γονείς μου—κι όλα αυτά, εξαιτίας των κοριτσιών. Απόψε δεν είμαι δυσαρεστημένος που έκλεισα τα είκοσι, γιατί λέω: ουφ! τα χειρότερα πέρασαν. Η εφηβεία; Ευχαριστώ πολύ — δε θα πάρω... Πρώτα απ’ όλα, Θεέ, σημειώνω ότι δεν ήρθες. Σήμερα, με όλα αυτά τα προβλήματα της εφηβείας που σού ’λεγα, κοιμήθηκα πολύ λίγο, οπότε αποκλείεται να μη σ’ έπαιρνα είδηση. Κι έπειτα, σ’ το ξαναλέω: αν έχω πάρει κάναν υπνάκο, σκούντα με.
Όταν ξύπνησα, η θεία Ροζ ήταν εδώ. Την ώρα που έτρωγα το πρωινό μου, μού διηγήθηκε τους αγώνες εναντίον της Βασιλικής Ρώγας, μιας βελγίδας παλαίστριας που κάθε μέρα κατέβαζε τρία κιλά ωμό κρέας κι ένα βαρέλι μπίρα. Απ’ ό,τι μου είπε η θεία Ροζ, το πιο ισχυρό σημείο της Βασιλικής Ρώγας ήταν το χνώτο της, λόγω της ζύμωσης κρέατος-μπίρας, και μόνο αυτό αρκούσε για να ρίξει τις αντιπάλους της στο καναβάτσο. Για να τη νικήσει, η θεία Ροζ χρειάστηκε να επινοήσει ένα κόλπο: φόρεσε μια κουκούλα, τη μούσκεψε στη λεβάντα και πήρε τ’ όνομα η Βασανίστρια του Καρπεντρά. Το κατς, λέει πάντα, δε θέλει μόνο μούσκουλα, αλλά και μυαλό.
«Ποιον αγαπάς πολύ, Όσκαρ;»
«Εδώ; Στο νοσοκομείο;»
«Ναι.»
«Τον Μπέικον, τον Αϊνστάιν, τον Ποπ Κορν.»
«Κι απ’ τα κορίτσια...;»
Αυτή η ερώτηση με βραχυκύκλωσε. Δε γούσταρα ν’ απαντήσω. Όμως η θεία Ροζ περίμενε, και μπροστά σε μια διεθνούς κλάσεως παλαίστρια του κατς δεν μπορείς να το παίζεις τρελός για πολλή ώρα.
«Την Πέγκι Μπλου.»
Η Πέγκι Μπλου είναι το μπλε παιδάκι. Μένει στο προτελευταίο δωμάτιο, στο βάθος του διαδρόμου. Χαμογελάει ευγενικά, αλλά δε μιλάει σχεδόν ποτέ — σαν μια νεράιδα που έκανε μια στάση στο νοσοκομείο να πάρει μιαν ανάσα. Πάσχει από μια περίεργη ασθένεια, την μπλε ασθένεια, ένα πρόβλημα με το αίμα που, ενώ θα ’πρεπε να πηγαίνει στους πνεύμονες, δεν πηγαίνει, κι όλο το δέρμα γίνεται μπλε. Περιμένει μια εγχείρηση που θα την κάνει ροζ. Εγώ πιστεύω πως είναι κρίμα· μια χαρά είναι έτσι μπλε η Πέγκι Μπλου. Γύρω της είναι πολύ φως και γαλήνη — όταν πας κοντά της, είναι σαν να μπαίνεις σε εκκλησία.
«Της το ’χεις πει;»
«Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω να στηθώ μπροστά της και να της πω! "Πέγκι Μπλου, σ’ αγαπώ πολύ".»
«Και γιατί, παρακαλώ;»
«Πρώτα απ’ όλα, γιατί δεν ξέρω αν ξέρει ότι υπάρχω.»
«Ένας λόγος παραπάνω.»
«Έχετε δει πώς είμαι; Θα πρέπει να της αρέσουν οι εξωγήινοι, και δεν είμαι πολύ σίγουρος γι’ αυτό.»
«Εγώ σε βρίσκω πολύ όμορφο, Όσκαρ.»
Στο σημείο αυτό, η θεία Ροζ πάτησε λίγο φρένο στη συζήτηση. Είναι ευχάριστο ν’ ακούς τέτοια πράγματα, σού σηκώνεται η τρίχα, άλλα δεν έχεις τι να πεις.
«Δε θέλω να τη γοητεύσω μόνο με την εμφάνιση μου, θεία Ροζ.»
«Τι αισθάνεσαι γι’ αυτήν;»
«Θέλω να την προστατέψω απ’ τα φαντάσματα.»

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

«Όταν έχεις κάτι να μου αναγγείλεις, μη το κάνεις τόσο απότομα, σήμερα που έκλεισα τα πέντε…»



Γράμμα Δεύτερο


Αγαπητέ Θεέ,                                                                                                                                          Μπράβο! Είσαι τέλειος! Πριν καλά-καλά ταχυδρομήσω το γράμμα, μου απάντησες. Μα πώς το κάνεις; Σήμερα το πρωί, έπαιζα σκάκι με τον Αϊνστάιν στην αίθουσα ψυχαγωγίας, όταν ήρθε ο Ποπ Κορν και μου είπε!
«Έχουν έρθει οι γονείς σου.»
«Οι γονείς μου; Αποκλείεται. Οι γονείς μου έρχονται κάθε Κυριακή.»
«Είδα το αυτοκίνητο: ένα κόκκινο τζιπ με άσπρη κουκούλα.»
«Αποκλείεται.»
Σήκωσα τους ώμους και συνέχισα να παίζω σκάκι με τον Αϊνστάιν. Όμως, επειδή είχα το μυαλό μου αλλού, ο Αϊνστάιν μου ’φαγε όλα τα πιόνια, κι αυτό με εκνεύρισε ακόμα πιο πολύ. Τον Αϊνστάιν δεν τον λέμε Αϊνστάιν επειδή είναι πιο έξυπνος από τους άλλους, αλλά επειδή έχει ένα κεφάλι διπλάσιο απ’ το δικό μας — σαν να ’χει μέσα νερό. Κρίμα, γιατί, αν όλο αυτό ήταν μυαλό, θα μπορούσε να κάνει μεγάλα πράγματα ο Αϊνστάιν. Όταν κατάλαβα ότι θα έχανα, εγκατέλειψα το παιχνίδι και πήγα στο δωμάτιο του Ποπ Κορν, που το παράθυρο του έβλεπε στο πάρκινγκ. Δεν έλεγε ψέματα: είχαν έρθει οι γονείς μου. Πρέπει να σού πω, Θεέ, ότι οι γονείς μου κι εγώ μένουμε μακριά. Αυτό, δεν το καταλάβαινα όταν έμενα εκεί, αλλά τώρα που δεν μένω πια εκεί, μού φαίνεται πως είναι αρκετά μακριά. Έτσι οι γονείς μου μπορούν να ’ρχονται να με βλέπουν μόνο μια φορά την εβδομάδα, κάθε Κυριακή, γιατί την Κυριακή δεν δουλεύουν, ούτε κι εγώ.
«Βλέπεις ότι είχα δίκιο;» είπε ο Ποπ Κορν. «Πόσα μου δίνεις που σε ειδοποίησα;»
«Έχω σοκολάτες με φουντούκια.»
«Δεν έχεις πια φράουλες Tagada;»
«Όχι.»
«Ο.Κ.: σοκολάτες.»
Όπως καταλαβαίνεις, δε μας επιτρέπουν να δίνουμε στον Ποπ Κορν να τρώει, αφού είναι εδώ για να αδυνατίσει. Είναι εννιά χρονών κι είναι ενενήντα οκτώ κιλά, ένα και δέκα ύψος κι ένα και δέκα φάρδος! Το μοναδικό ρούχο που του κάνει, είναι ένα αμερικάνικο φούτερ. Και πάλι, οι ρίγες του είναι θεόστραβες. Επειδή, όμως, ούτε εγώ κι ούτε και κανένας απ’ τους φίλους μου πιστεύουμε ότι θα πάψει ποτέ να ’ναι χοντρός, κι επειδή τον λυπόμαστε που πεινάει τόσο πολύ, του δίνουμε πάντα ό,τι μας περισσεύει. Και τι να κάνει μια σοκολάτα σε τόσο λίπος! Αν έχουμε άδικο που τον ταΐζουμε, ας σταματήσουν και οι αδελφές να του χώνουν υπόθετα. Γύρισα στο δωμάτιο μου για να περιμένω τους γονείς μου. Στην αρχή, δεν κατάλαβα πόσος χρόνος είχε περάσει, γιατί ήμουν λαχανιασμένος, αλλά μετά συνειδητοποίησα ότι είχε περάσει τόσος χρόνος όσος για να πάνε και να έρθουν στο δωμάτιο μου δεκαπέντε φορές. Ξαφνικά, κατάλαβα πού ήταν. Βγήκα στο διάδρομο. Όταν δεν μ’ έβλεπε κανείς, κατέβηκα τη σκάλα, κι ύστερα, μες στο μισοσκόταδο, περπάτησα μέχρι το γραφείο του γιατρού Ντίσελντορφ. Ήταν εκεί. Άκουγα τις φωνές τους πίσω από την πόρτα. Όπως ήμουν εξαντλημένος απ’ τις σκάλες, χρειάστηκα λίγο χρόνο για να πάρω ανάσα, και τότε ήρθε η καταστροφή: άκουσα αυτό που δεν έπρεπε ν’ ακούσω. Η μητέρα μου έκλαιγε με λυγμούς, ο γιατρός Ντίσελντορφ επαναλάμβανε: «Δοκιμάσαμε τα πάντα... πιστέψτε με... δοκιμάσαμε τα πάντα», και ο πατέρας μου έλεγε με τρεμάμενη φωνή: «Το ξέρω, γιατρέ, το ξέρω».
Έμεινα με το αφτί κολλημένο στη σιδερένια πόρτα. Δεν ξέρω τι ήταν πιο παγωμένο! το μέταλλο ή εγώ.