Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

«Μαμά, έχεις πάθει bullying;»


 Photo: Evelina @flickr

 Ρέα Βιτάλη 

«Μαμά, έχεις πάθει bullying;» Τι συγκλονιστική η ακριβολογία του!... Αυτό το «έχεις πάθει;» στην ερώτηση, του μικρού μου γιου, του Κώστα. Ήταν η ώρα. Του μίλησα. Άκου τα και εσύ. Σε εκείνο το προαύλιο ήμουν διαφορετική. Τα παιδιά μυρίζονται το διαφορετικό σαν τα τσακάλια το πτώμα. Το είχα εμπεδώσει το «διαφορετικό» πρώτα στο πλευρό του. Ήταν ο καλύτερός μου φίλος στο δημοτικό. Εκείνος ήταν ο «διαφορετικός» αρχικά. Ομοφυλόφιλος ο φιλαράκος μου. Μεγάλη δόση χιούμορ, χειρουργικά διεισδυτική ματιά, ακτινογραφούσε τους ανθρώπους με δικό του τρόπο αναντίστοιχο με την ηλικία του «Να δεις που ο δάσκαλος έκανε έρωτα χθες. Κοίτα τα μάτια του πώς λάμπουν και πώς χαμογελάει διαφορετικά απ΄ ό,τι συνήθως!» μου ψιθύριζε μέσα από το τετράδιο. Στα διαλείμματα τα αγόρια κλώτσαγαν μπάλες ενώ εμείς οι δυο περπατούσαμε αγκαζέ και λέγαμε και λέγαμε και λέγαμε.
Όταν μεγάλωσε έγινε διακεκριμένος κινηματογραφο-άνθρωπος, με βραβεία και αξιοζήλευτη πορεία. Αλλά μέχρι τότε είχαμε χρόνια... Είχαμε χρόνο για να χορτάσει ειρωνικές ματιές, άγαρμπα αστεία, κραξίματα, να καταγράψει στα «πλάνα» του πολλά πρόσωπα γεμάτα καβλόσπυρα να τον «κόβουν» ερωτικά και συγχρόνως να τον πετσοκόβουν.


 Στο προαύλιο εκείνο, δεν ήταν ένας μελλοντικός σπουδαίος σκηνοθέτης που θα έχαιρε σεβασμού και παραδοχής, αλλά «μια αδελφούλα» ή «αδελφάρα». Δίπλα του είδα, έμαθα, δεν εκπαιδεύτηκα. Τίποτα δεν σε εκπαιδεύει στη σκληράδα. Όταν, όποτε έρθει, είναι σκληράδα. Μετά πέθανε ο πατέρας μου και συγχρόνως άλλαξα σχολείο και αποχωριστήκαμε. Και μετά ξανάλλαξα. Στο προαύλιο της πρώτης αλλαγής ήμουν διαφορετική ανάμεσα σε διαφορετικούς... Εξαιρετικό σχολείο! Σύστημα Σάμερχιλ. Τσαμτσούρη-Ανεστοπούλου (δυστυχώς δεν υπάρχει πια). Τι ανοησία μου ν΄ αλλάξω! Στο τελευταίο σχολείο ήμουν η «διαφορετική». Γιατί; Κοιτάζοντας το έργο προς τα πίσω λέω... Ήμουν παράταιρη ως άχρονη. Ο θάνατος, η απώλεια, η απουσία, το κενό, η αποδόμηση, η ανισορροπία... Πέταγα στο προσωπικό μου χάος ενώ συγχρόνως κολύμπαγα ασθμαίνουσα. Και πέταγα και κολύμπαγα. Κανένα στερεότυπο της ηλικίας και των συμμαθητών δεν μου έλεγε τίποτα. Κανένας δικός τους προβληματισμός δεν ήταν και δικός μου. Ήμουν από «μεγάλη» έως «γριά» αλλά όχι έφηβη. Η εφηβεία θέλει να λογαριαστείς. Με ποιον; Δεν είχα «απέναντι». Σε κανέναν δεν με έκοφτε να δώσω αναφορά. Ήμουν εγώ και μόνη. Και σ΄ αυτό το «μόνη» χωρούσε μόνο εκείνος. Έρωτας. Πολύτιμος... Καλή του ώρα. (Πάντα τον λογαριάζω δικό μου άνθρωπο. Έτσι τον λογαριάζει και ο ισόβιος σύντροφός μου. Αυτό κι αν είναι ωραίο!).
Σχεδόν συζούσα μαζί του. Σκανδαλώδες για τα ήθη της τότε εποχής. 15 ετών. Συχνά με γύριζε από το σχολείο με το αυτοκίνητό του... Παράλογο. Κι εγώ ντυνόμουν όπως ήθελα. Όπως ήταν η διάθεσή μου, χωρίς να νοιάζομαι για σχολικούς κανονισμούς και πράσινα άλογα. Έτσι κι αλλιώς εκείνο το σχολείο ξεχείλιζε υποκρισία. Γιατί να σεβαστώ, δια της στολής, ένα σχολείο που οι καθηγητές της μέρας γίνονταν καθηγητές απογευματινών ιδιαίτερων μαθημάτων και έδιναν το διαγώνισμα πριν το διαγώνισμα; Ήταν η εποχή που από παντού στη ζωή μου έβρεχε υποκρισία. Κι εγώ μυριζόμουν τη βροχή της πριν βρέξει. Πόσα ξεβράζει ο θάνατος; Κάθε μέρα αποκαθήλωνα και μια «αξία». Ήμουν λοιπόν μια «σαν μεγάλη», με έντονη αυτοπεποίθηση, με άγρια μαχητικότητα, με ξυράφι γλώσσα, με «άντρα», που μπορούσε να πάει σχολείο και ολοστόλιστη γιατί έτσι της ήρθε. Ήμουν μια «αλλιώτικη». Εκείνος, το μετέπειτα «γουρούνι», ήταν ένας ίδιος. Με μια μπάλα στο πόδι ενσωματωμένη. Με μια μπλούζα καταϊδρωμένη. Με ένα πρόσωπο όλο καβλόσπυρα. Ένας έφηβος που έβραζε. Περιέργως δεν τον είχα ποτέ δει πριν το περιστατικό που θα σου διηγηθώ. Και η περιγραφή του, που σου έκανα πριν, μετά χτίστηκε. Δεν μου ήταν αδιάφορος, μου ήταν ανύπαρκτος. Ο θάνατος, είχε ρίξει μαύρο μαντήλι στη θέα μου, έτσι κι αλλιώς. Έβλεπα αλλιώς και άλλα από τους άλλους. Εκείνη η ημέρα ήταν μια συνηθισμένη βαρετή μέρα. Μέχρι το σχόλασμα. Περπατούσα βιαστικά. Να συναντήσω τον τότε έρωτα. Με περίμενε με το αυτοκίνητό του. Από μακριά, μου έκανε εντύπωση ότι στην εσωτερική-έξοδο ήταν πολλά παιδιά μαζεμένα. Κάτι κακό θα έγινε, πέρασε αστραπιαία από το μυαλό μου. Όσο πλησίαζα όμως, έβλεπα μάτια να με σημαδεύουν. Μάτια γνωστών-αγνώστων. Οι ίδιοι άνθρωποι είχαν άλλα μάτια. Ήταν μια εχθρική ατμόσφαιρα. Όλα ήταν μια ατμόσφαιρα. Κάτι έβραζε και ο χρόνος είχε α-χρονέψει. Χρόνος άχρονος. Στην πόρτα μια ομάδα αγοριών, με μόνο ένα κορίτσι συμμαθήτρια ανάμεσά τους... Μάλλον και μια δεύτερη... Ναι! Υπήρχε και μια δεύτερη. Μια που είχε μαύρα ούλα. Και στο άλλο άκρο... εκεί που στόχεψα αυτόματα σαν παγιδευμένο ζώο για να το σκάσω (αλλά δεν γίνονταν να το σκάσω) ήταν μια καθηγήτρια. Μια ξινό-μίζερη που διαπληκτιζόμουν συνεχώς μαζί της. Μια μισοκακομοίρα που φορούσε πάντα ανάρριχτα μια θλιβερή ζακετούλα στην πλάτη της, ίσως γιατί ούτε για αυτό δεν καταστάλαξε στη ζωή της... Αν είχε κρύο ή ζέστη.
Γράφω τόσα για την καθηγήτρια, ενώ στο πλάνο μου μαίνονταν μάχη, γιατί σε κείνη δεν συγχώρεσε ποτέ η ψυχή μου ότι διασκέδαζε χαιρέκακα με το θέαμα της φραγμένης μου πόρτας στο διάβα μου. Περπατούσα λοιπόν σαν σε απόσπασμα τουφεκισμού. Κόμπος η ψυχή μου, να χτυπάει η καρδιά μου και τα μάτια λαχανιασμένα να πιάνουν μάτια... Όλα εχθρικά. Ούτε ένα ζευγάρι μάτια να γραπωθώ από μια στάλα γλύκας. Και ένα παλλόμενο μέσα μου διαρκές «μα γιατί; Τι τους έφταιξα;» που δεν προλάβαινε να στεριώσει σε καμία εξήγηση. Πώς το άντεξα να περπατάω; Μόλις έφτασα στο σημείο βολής, μόνο τότε, είδα μόνον εκείνον. Είχε τόσο πάθος! Έβραζε. Απορώ πώς δεν έσκασαν όλα του τα καβλόσπυρα μαζί, στο πρόσωπό του! Κόκκινος, κατακόκκινος. Καθοδηγητής όλων σε μια ιαχή. Κι όλοι μαζί μια ιαχή! Ένα κράξιμο. Προσπέρασα βιαστικά. Περπατούσα. Αν και με είχαν σκοτώσει. Πεθαμένη περπατούσα. Διέσχισα όλη την αυλή. Πέρασα τη μεγάλα εξωτερική πια πόρτα. Μπήκα στο αυτοκίνητό του. Με φίλησε. Δεν του είπα κουβέντα. Μόνο παρακάλαγα να φτάσω σπίτι. Nα κλειδωθώ. Να κλάψω, να κλάψω, να κλάψω. Δεν του είπα λέξη. Γιατί; Στο bullying πέφτεις άτσαλα στα κύματα της ντροπής. Της καθαρής ντροπής. Και κολυμπάς ενώ ρουφήχτρες σε τραβάνε στον πάτο σου. Είναι τόση η ντροπή που δεν έχεις χρόνο ν΄ αναλύσεις συστατικά ντροπής. Η ντροπή είναι δική τους αλλά στην έχουν πετάξει πάνω σου. Ντρέπεσαι! Μόνο ντρέπεσαι. Δεν του είπα λοιπόν τίποτα. Δεν είπα σε κανέναν τίποτα για πολλά χρόνια. Ήταν Παρασκευή. Είχα ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο να μελετήσω με ποιον τρόπο θα πέθαινα. Αλήθεια το λέω. Δεν χωρούσα σε τούτον τον κόσμο. Πώς θα πήγαινα τη Δευτέρα ξανά σχολείο; Η εικόνα της καθηγήτριας και το βλέμμα της, το ηδονικά χαιρέκακο, μου απέκλειε και τη μόνη μου διέξοδο. Ό,τι θα μπορούσε το σχολείο να με προστατεύσει από κάποιον νταή που με είχε βάλει στόχο. Σκεφτόμουν μεθόδους να πεθάνω. Το βράδυ της Κυριακής μεταπείστηκα. Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς μου έκλεισε η ζωή το μάτι; Πώς με τράβηξε κοντά της; Πώς πήρα απόφαση ότι θα πάω κι ό,τι γίνει. Ότι θα αντέξω. Μπορεί όλα να άλλαξαν από ένα φιλί του. Μπορεί ένα τόσο δα, να με τράβηξε από τα μαλλιά μέσα από τα κύματά μου... Μπορεί το τσαγανό μου να μπήκε σε κίνηση. Τη Δευτέρα πήγα στο σχολείο. Περπατούσα και αφέντευα κάθε βήμα μου. Όπως φωνάζουμε δυνατά, αμυνόμενοι-επιτιθέμενοι, όταν ακούμε θόρυβο τη νύχτα στο σπίτι... Και καλά!... να τρομάξουμε τον κλέφτη. Έτσι το έπαιξα. Η ψυχή μου το ήξερε. Η καρδιά μου ταμπούρλο για τη συνάντησή μου με το «γουρούνι». Μα περιέργως, εκείνος χάθηκε από μπροστά μου και πάλι. Τόσο δα ανθρωπάκι, αν και τεράστιος. Μέρες μου πήρε να εμπεδώσω την έννοια της θρασυδειλίας του.
Και το «κοινό» του, είχε σκορπίσει σαν να μην έγινε ποτέ τίποτα. Τι είναι ο όχλος! Πολλά, πολλά, πολλά χρόνια μετά... Το ιδρωμένο, αναψοκοκκινισμένο, καβλοσπυριασμένο γουρούνι, μου ζήτησε να γίνει φίλος μου στο facebook. Ενήλικοι όντες. (Ναι! Κάποτε πάτησα σε χρόνο. Είμαι πλέον 52 τις περισσότερες ώρες...). Πάλεψα συναισθηματικά. Φαντάσου πόσα χρόνια μετά και ήθελα να γρατσουνίσω το πρόσωπό του στην οθόνη... Μετά μπήκε ο διάβολος μέσα μου. Τον έκανα φίλο. Να δω το σήμερά του. Κάποια στιγμή, μια φωτογραφία του μικρού μου γιου, από αγώνα ξιφασκίας. «Τον δικό μου τον έχω σε πολεμικές τέχνες. Του αρέσουν πιο άγρια πράγματα» μου έγραψε περήφανα. Σιγά το νέο, σκέφτηκα. Κι εκεί μπήκε η τελεία. Για μένα. Δυστυχώς όχι για το δικό του παιδί. Ίσως έχει δουλίτσα στο μέλλον... Με τον μπαμπά του. Μακάρι να ξεφύγει... Το παιδί. Εκείνος τελειωμένος. Αυτά περίπου είπα στον Κώστα. «Ναι! Η μαμά έχει πάθει bullying αλλά είναι εδώ, μπροστά σου. Και θέλει να της δώσεις μια μεγάλη αγκαλιά. Το έχει μεγάλη ανάγκη. Μαμά εναντίον «γουρουνιού» σημειώσατε μαμά! Αυτό να το θυμάσαι. Και μην κάνεις ποτέ το λάθος της μαμάς... Να μιλάς! Να μιλάς! Και έτσι θα βρίσκεται πάντα λύση. Ακόμα και γι΄ αυτόν που θα προσπαθήσει να σε ταλαιπωρήσει... Γι ΄αυτόν κι αν χρειάζεται να βρεθεί, Κώστα μου, λύση». 

ΠΗΓΗ:protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου