Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Δοκιμασία...

του Αλέκου Σακελλάριου


Το σπίτι μου ήταν ένα σπίτι ανθρώπων που χάσανε τα πάντα αλλά που δε χάσανε ποτέ την πίστη τους στο Θεό. Στο εικονοστάσι υπήρχε πάντα αναμμένο το καντήλι – αυτό ήτανε φροντίδα της γιαγιάς μου της Αριστέας – και πάνω απ’ τα κρεβάτια όλων μας υπήρχε κρεμασμένο ένα εικόνισμα. Επάνω απ’ το δικό μου το κρεβάτι υπήρχε ένας Άγιος Σπυρίδωνας, που δεν ξέρω για ποιο λόγο η μακαρίτισσα η μητέρα μου τον θεωρούσε προστάτη μου Άγιο.  Σ’ αυτόν και μόνο τον Άγιο μ’ εμπιστευότανε. Κι εγώ, που είχα πεισθεί ότι απ’ τον καλό μου Άγιο είχα προνομιακή μεταχείριση, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, έκανα την προσευχή μου γονατιστός στο κρεβάτι μου μπροστά στο μαξιλάρι μου, κοιτώντας με κατάνυξη την εικόνα του Αγίου,  με το χλωμό πρόσωπο και τα καλοσυνάτα μάτια…
Και πολλές φορές, πάρα πολλές, του εμπιστευόμουνα τα μικρά μου μυστικά και του ζητούσα και τα σχετικά ρουσφέτια. Το καλοκαιράκι που υπήρχε άνεση, του έλεγα πιο πολλά. Το χειμώνα όμως, με το κρύο – δεν υπήρχανε καλοριφέρ τότε – που δεν άντεχα στην παγωνιά του μεγάλου δωματίου, προσπαθούσα να ξεμπερδέψω απ’ αυτή την υποχρέωση μια ώρα αρχύτερα. Έκανα γρήγορα-γρήγορα το σταυρό μου, έλεγα συγχρόνως και δύο-τρείς φράσεις νοερώς και φρούπ! Κουλουριαζόμουνα κάτω από την κουβέρτα, σκέπαζα και το κεφάλι μου και συνέχιζα – αν υπήρχανε- τις αιτήσεις μου στον καλό μου Άγιο:
-          Αχ Άγιε μου Σπυρίδωνα, κάνε να μη με βγάλει αύριο στο μάθημα ο κ. Κρασάκης, γιατί δεν ξέρω τίποτα.

 
Πολλές φορές μάλιστα, ζητούσα την προστασία του και σε ζητήματα αθλητικά:
-           Αχ, Άγιε μου Σπυρίδωνα, κάνε αύριο να νικήσουμε το 4ο Γυμνάσιο στο βόλεϊ!
Όπως και να ‘χε το πράγμα, είτε με ζέστη είτε με κρύο είτε απάνω από τις κουβέρτες είτε κάτω απ’ τις κουβέρτες, κάθε βράδυ έπιανα την κουβέντα με τον καλό μου Άγιο και κάθε βράδυ μ’ έπαιρνε ο ύπνος με την πεποίθηση ότι είχα την προστασία του εξασφαλισμένη. Και τι ωραία που ήτανε…
Ο Νώντας ο ξάδελφός μου, ήτανε μεγάλος. Πάρα πολύ μεγάλος. Αυτός τελείωνε τότε το Πανεπιστήμιο κι εγώ μόλις που είχα μπει – με χίλια βάσανα – στο Γυμνάσιο. Ο Νώντας , που πολύ τον θαύμαζα και πολ΄΄υ τον αγαπούσα, ήταν ο πρωτότοκος γιός του θείου μου του Στέφανου και της θείας μου της Αγγελικής, που μένανε μονίμως,  χειμώνα-καλοκαίρι, στο Μαρούσι. Το Μαρούσι βέβαια, τότε δεν ήτανε όπως σήμερα. Ήταν ένα ωραίο γραφικό χωριουδάκι, πνιγμένο στα πεύκα και στις μουριές, με γραφικά δρομάκια γεμάτα πικροδάφνες άσπρες και κόκκινες και αυλές φρεσκοασβεστωμένες. Το σπίτι όμως του θείου μου δεν ήτανε χωριάτικο. Ήτανε μια μικρή βιλίτσα μ’ έναν ωραίο κήπο –είχε και δύο πεύκα- μια μεγάλη βεράντα πλακόστρωτη, με ξύλινη στέγη και κάτι παράθυρα με γρίλιες περίεργα χοντρές, που μ’ ένα σύστημα από μέσα μπορούσες να τις ανεβοκατεβάζεις και να τις κάνεις πιο σκοτεινές ή πιο φωτεινές.
Ο Νώντας είχε φίλους συνομήλικούς του, που ερχόντουσαν, κλεινόντουσαν στο δωμάτιό του και κουβέντιαζαν με τις ώρες. Τι λέγανε; Μυστήριο. Μια-δυο φορές που προσπάθησα να κρυφακούσω δεν κατάλαβα τίποτα. Όπως δεν κατάλαβα τίποτα όποτε πήγα να διαβάσω κάτι απ’ τα χοντρά βιβλία, που είχε στο γραφείο του.
Εκείνο το καλοκαίρι, που πήγα όπως πήγαινα κάθε καλοκαίρι στο Μαρούσι, είχανε έρθει και κάτι άλλα ξαδέρφια και δημιουργήθηκε ζήτημα για το που θα κοιμηθώ εγώ. Και θυμάμαι ότι αισθάνθηκα μεγάλη περηφάνια, όταν έμαθα ότι ο ξάδελφός μου ο Νώντας, δέχθηκε να μου στρώσουν ένα ντιβανάκι μέσα στο δωμάτιό του. Το βράδυ, όταν ήρθε η ώρα του ύπνου, γονάτισα μπροστά στο μαξιλάρι μου και παρόλο ότι μου έλειπε η εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα, έκανα με κατάνυξη την προσευχή μου, προσπαθώντας να φέρω στη μνήμη μου τη χλωμή μορφή του και καλοσυνάτα μάτια του. Ήξερα –το είχα ακούσει- ότι ο ξάδελφός μου ο Νώντας ήταν άθεος. Και ομολογώ ότι με είχε κάπως ενοχλήσει ένα χαμόγελο καλοσυνάτης ειρωνείας, που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του, καθώς με παρακολουθούσε, που έκανα την προσευχή μου. Δε μου είπε, όμως, τίποτα. Μ’ άφησε να τελειώσω και μόνο όταν έπεσα και σκεπάστηκα με το σεντόνι, με ρώτησε:
-          Για πες μου, αλήθεια, υπάρχει Θεός;
Σχεδόν πεισματωμένος, του απάντησα:
-          Και, βέβαια υπάρχει.
-          Κι είναι πραγματικά Πανάγαθος, όπως λένε;
-          Και, βέβαια, είναι Πανάγαθος.
-          Κι αφού είναι Πανάγαθος, δηλαδή τόσο καλός που δε γίνεται άλλο, γιατί αφήνει τους καημένους τους ανθρώπους να βασανίζονται εδώ στη γή;
-          Δε βασανίζονται. Οι κακοί βασανίζονται, οι καλοί δε βασανίζονται.
-          Δεν είναι και Παντοδύναμος;
-          Είναι.
-          Τότε γιατί δεν κάνει όλους τους ανθρώπους καλούς, ώστε να μη βασανίζεται κανένας;
-          Γιατί θέλει να τους δοκιμάσει.
-          Τι να δοκιμάσει δηλαδή;
-          Ποιοι είναι καλοί και ποιοι είναι κακοί.
-          Και γιατί να τους δοκιμάσει; Δεν είναι και Παντογνώστης; Αφού είναι Παντογνώστης, ξέρει.
Με είχε στριμώξει άσχημα ο ξάδελφος. Προσπάθησα να βρω κι εγώ επιχειρήματα, για να τον βάλω στη θέση του, αλλά δεν έβρισκα.
Κι αυτός αμείλικτος συνέχιζε:
-            Είναι λοιπόν Παντογνώστης, είναι Παντοδύναμος, είναι και Πανάγαθος. Διαφωνείς πουθενά;
-          Όχι.
-          Αφού, λοιπόν, έχει αυτές τις ιδιότητες, γιατί σαν Παντοδύναμος και σαν Πανάγαθος δεν κάνει όλους τους ανθρώπους καλούς κι ευτυχισμένους; Κι αφού είναι και Παντογνώστης, γιατί μας δοκιμάζει και δε μας κάνει κατευθείαν καλούς, αφού στο χέρι του είναι; Οι άνθρωποι, στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν είναι δημιουργήματα του Θεού;
-          Είναι.
-          Άρα και οι ανθρώπινες κακίες δημιουργήματα του Θεού είναι. Τι φταίνε οι άνθρωποι, αφού έτσι τους έφτιαξε ο Παντοδύναμος;
Ένιωθα τα μάτια μου να βουρκώνουν από απελπισία. Η βαθιά ριζωμένη θρησκευτική μου πίστη περνούσε μια μεγάλη δοκιμασία. Τα επιχειρήματα του άθεου ξαδέρφου μου, είχανε μια λογική, που δεν μπορούσα να την πολεμήσω. Όταν θα γύριζα σπίτι μου, θα ρωτούσα τον πατέρα μου, θα ρωτούσα τη μητέρα μου, θα ρωτούσα τη γιαγιά μου. Κι ήμουνα βέβαιος, ότι θα μου δίνανε τις απαντήσεις σε όλα αυτά τα περί Παντοδυνάμου, Πανάγαθου και Παντογνώστη, που δεν μπορούσα να βρω εγώ. Εν τω μεταξύ, όμως, η επίθεση του εξαδέλφου μου, συνεχιζότανε κάθε βράδυ αμείλικτη:
-          Δε μου λες…
-          Τι είναι πάλι;
-          Έχει μαλλιά και γένια ο Θεός;
-          Έχει.
-          Ποιος του τα κόβει;
-          Κανείς.
-          Δεν του μεγαλώνουνε;
-          Όχι.
-          Και τα ρούχα που φοράει ποιος του τα ‘χει ράψει; Και τι τρώει;  Και πως ήτανε μωρό; Του έχουνε πονέσει τα δόντια του ποτέ; Απελπισμένες ήτανε οι αντιδράσεις μου με την παιδιάστικη λογική μου:
-          Μα είναι πνεύμα.
-          Και το πνεύμα έχει γένια;
Να μην σας τα πολυλογώ, λέγε-λέγε ο ξάδελφός μου κατάφερε να μου σπείρει τις πρώτες αμφιβολίες. Τα επιχειρήματά του γρονθοκοπιόντουσαν μέσα μου με την πίστη μου και πολλές φορές τη νικούσαν. Κι όσο ο ξάδελφός μου έβλεπε ότι είχα αρχίσει να λυγάω, τόσο μου έκανε καινούριες επιθέσεις. Έτσι, ένα βράδυ αποφάσισα να πέσω χωρίς να κάνω την προσευχή μου, μια και ο Νώντας μ’ είχε πείσει ότι δεν ήταν παρά ανόητη συνήθεια. Έπεσα, αλλά μου ήταν αδύνατον να κοιμηθώ. Γύριζα στο ντιβάνι μου σαν το αρνί στη σούβλα. Ο Νώντας όμως, ήταν ξυπνητός κι εγώ δεν τολμούσα να σηκωθώ απ’ το ντιβάνι μου, να γονατίσω και να κάνω την προσευχή μου. Θα μου έκανε καζούρα. Έτσι, περίμενα να κοιμηθεί για τα καλά κι ύστερα σηκώθηκα, έκανα την προσευχή μου –με πόση τύψη!- και κοιμήθηκα κι εγώ.
Την άλλη χρονιά που πήγα στο Μαρούσι, βρήκα τον ξάδελφό μου άρρωστο βαριά. Όλγη νύχτα τρέχανε στα φαρμακεία και του φέρνανε οξυγόνο. Ο γιατρός που μπαινόβγαινε στο δωμάτιό του, κουνούσε το κεφάλι του πολύ περίεργα. Και τα γαλάζια μάτια της θείας μου ήταν πάντα βουρκωμένα. Εγώ δεν τον είδα. Ή μάλλον τον είδα για μια στιγμή από τη χαραμάδα της μισάνοιχτης πόρτας, χλωμό σαν τον Άγιο Σπυρίδωνα και με ιδρωμένο το μέτωπο.
Εκείνο το βράδυ όλη μου την προσευχή την αφιέρωσα για τον ξάδελφό μου το Νώντα. Παρακάλεσα τον καλό μου Άγιο να τον συγχωρήσει για τις ασέβειές του και να μεσολαβήσει και στους άλλους Αγίους για να σωθεί. Κι όχι χωρίς κάποια ντροπή μεταχειριζόμουνα και τα επιχειρήματά του στην προσευχή μου: Πανάγαθος και Παντοδύναμος είναι ο Θεός. Ας τον συγχωρήσει κι ας τον γιατρέψει.

Ο ξάδελφός μου, ο Νώντας, πέθανε εκείνο το καλοκαίρι. Κι εμένα με συγκίνησε βαθιά η πληροφορία, ότι στα τελευταία του ζήτησε να εξομολογηθεί και να μεταλάβει.




Πηγή: Αλέκος Σακελλάριος, “ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ” Εκδόσεις ΣΜΥΡΝΙΩΤΑΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου