Κώστας Μπλιάτκας
Πριν από 43 χρόνια, σαν σήμερα, τα γεγονότα στη χώρα «πύκνωσαν», Πώς
έζησε την επιστράτευση και τη Μεταπολίτευση ένας έφηβος της
Θεσσαλονίκης που ενηλικιώθηκε πολιτικά με τον πιο περιπετειώδη και
συναρπαστικό τρόπο...
Η πρώτη μου ας την πω κίνηση προς την πολιτική ενηλικίωση ήταν μια συζήτηση με δύο πρωτοετείς φοιτητές, με τους οποίους είχαμε γίνει φίλοι εκεί στο υπαίθριο καφέ του «Λουκά»- απέναντι από τη ΧΑΝΘ στην κατηφόρα για τη θάλασσα- με αφορμή την κοινή μας αγάπη για τη ροκ μουσική. Αυτή τη φορά μιλούσαν ανήσυχοι για τις καυτές εξελίξεις και την ένταση που υπήρχε. Ήταν πολιτικοποιημένοι. Πριν από πέντε μέρες, στις 15 Ιουλίου 1974 είχε ανατραπεί ο Μακάριος, ο οποίος κατάφερε να επιζήσει και να διαφύγει ενώ στη θέση του μπήκε ως «μαριονέτα», όπως έλεγαν, ο Σαμψών.

Σαν έφηβοι, βέβαια, εύκολα γυρίζαμε στα καθημερινά μας. Ένα αναψυκτικό, μια μπύρα, ένα φραπεδάκι -καινουργιοφερμένο- στα υπαίθρια. Δύο τραγούδια έπαιζαν συνεχώς τα μεγάφωνα: Την «Κυρά Ζωή» με τον Μητροπάνο και το «Let Me Roll It» του Paul Mc Cartney με τους Wings… Στην Ικτίνου διαβάζαμε τις εφημερίδες κυρίως για τα αθλητικά και ήταν η περίοδος των μεταγραφών. Μέσα στα πυκνά γεγονότα εκείνου του Ιουλίου του ’74, ξεχωρίζει και μια είδηση που ικανοποίησε τους φιλάθλους του ΠΑΟΚ: υπέγραψε στην ομάδα ο Βραζιλιάνος Νέτο Γκουερίνο τον οποίο δοκίμασε ο Λες Σάνον και έμεινε ικανοποιημένος.

Στην ατμόσφαιρα πάντως το έπιανες. Κάτι ερχόταν. Και ήρθε.
Σάββατο 20 Ιουλίου 1974. Μένουμε στη Σαρανταπόρου 40, δέκα μέτρα πάνω από τη Λεωφόρο Στρατού. Γειτονιά καμιά διακοσαριά μέτρα πριν από το Γ’ Σώμα Στρατού, τυρόπιτες από το ΦΙΝΟ στη συμβολή των δρόμων αυτών. Λίγο πιο πέρα, προς της Αγίας Τριάδος ήταν το εστιατόριο ΦΟΙΤΗΤΙΚΟΝ και απέναντι ο κινηματογράφος «Γαλαξίας».

Κατά τις 11 μη έχοντας ξυπνήσει καλά καλά, κατέβηκα και πήρα γάλα κακάο και τυρόπιτα. Είχε μποτιλιάρισμα στη Στρατού και ακούγονταν πολλές φωνές αλλά δεν έδωσα σημασία, πιστεύοντας ότι ο κόσμος βιάζεται να πάει για τη θάλασσα!

«Μαμά δεν φοβάμαι τον πόλεμο! Την πείνα φοβάμαι!»
«Τι πόλεμος;» ρωτάω στο τυροπιτάδικο.
«Μα δεν άκουσες; Μπήκαν οι Τούρκοι στην Κύπρο, κηρύχθηκε γενική επιστράτευση! Δεν σε κάλεσαν;»
Ήμουν ψηλός ως έφηβος, ήμουν δεν ήμουν 17, αλλά άνετα με περνούσες για εικοσάρη. Δεν πάγωσα. Εδώ ο χοντρούλης δεν φοβήθηκε, σκέφτηκα.
Σε λίγα λεπτά περνά ένα ανοιχτό φορτηγό γεμάτο ενθουσιώδεις νέους στην καρότσα. Τι φώναζαν, όμως; Δεν άκουγα καλά μέσα στο πανδαιμόνιο. Μια και είχε κλείσει ο δρόμος, πήγα πιο κοντά για να καταλάβω…
«Χούλια, σού ‘ρχομαι»!
Ε, ποιος από τους ξαναμμένους εφήβους της γενιάς μου δεν ήξερε την Τουρκάλα Βουγιουκλάκη, τη Χούλια Κότσιγιτ;

Κατέβηκα και περπάτησα μέχρι την Εγνατία, είδα κλειστά καταστήματα άκουσα κι άλλα συνθήματα των επίστρατων οι οποίοι όπως μάθαμε σε λίγες μέρες ούτε στολές, ούτε πολεμικό υλικό , ούτε στοιχειώδη οργάνωση βρήκαν στα υποτυπώδη «κέντρα επιστράτευσης». Άλλο ένα μπάχαλο της Χούντας.

«Οι κεντρικοί δρόμοι της πόλης παρουσίαζαν πρωτοφανή εικόνα με την έντονη κίνηση και το ετερόκλητο πλήθος των αυτοκινήτων που μετέφεραν στρατευμένους οι οποίοι προωθούνταν στις μονάδες και το «μέτωπο». Έχω έντονα στη μνήμη μου, πέρα από την προσωπική περιπέτεια της επιστράτευσης, μια τέτοια εικόνα με το σχετικό συμβολισμό που έδινε: Στην οδό Τσιμισκή, πάνω στην καρότσα επιταγμένου ανοιχτού φορτηγού, προφανώς κτηνοτρόφου, που έφερνε στις πλάγιες πλευρές του την επιγραφή «Ζώντα ζώα», στέκονταν ασφυκτικά δεκάδες επίστρατοι που χειρονομούσαν με το σήμα της νίκης, φώναζαν συνθήματα και τραγουδούσαν διάφορα εμβατήρια. Κοιτούσα με περίσκεψη την αυθόρμητη παρέλαση και σκέφτηκα ότι στην πραγματικότητα οι ενθουσιώντες νέοι τραβούσαν ως «ζώντα ζώα» επί σφαγήν»…
Το άλλο βράδυ έγινε συσκότιση στη Θεσσαλονίκη. Είχα πάει επίσκεψη σε συμμαθητή στο κέντρο, στην Πρασακάκη, καθώς οι τερατολογίες έλεγαν ότι καλά θα κάνετε να φύγετε από τα σπίτια σας όσοι μένετε κοντά στο Γ΄ Σώμα Στρατού! Μείναμε μέχρι τα ξημερώματα ξάγρυπνοι ακούγοντας δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη, από πικάπ που έπαιζε από ηχείο ραδιοφώνου. Το αποσυνδέσαμε από το ράδιο και ακούγαμε τους… ψιθύρους από τη βελόνα και μόνο.

Ένα μεγάλο πλήθος όλων των ηλικιών βρέθηκε στους δρόμους ενώ κάποιοι κρατούσαν ελληνικές σημαίες. Βρεθήκαμε στην Τσιμισκή μαζί με τους φοιτητές φίλους μας. Τους είχαμε τρελάνει στις ερωτήσεις. Τα πως και τα γιατί των εικοσιτετραώρων που συγκλόνιζαν τη χώρα. Τότε ακούσαμε για πρώτη φορά τη λέξη «προβοκάτορας». Μας έλεγαν «εδώ μέσα στο πλήθος έχει ανθρώπους του καθεστώτος που παρακολουθούν».

Ο Καραμανλής που έφτασε στην Αθήνα με το αεροπλάνο του προέδρου της Γαλλίας Ζισκάρ Ντ Εστέν , ορκίστηκε από τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, παρουσία του «Προέδρου»Φαίδωνα Γκιζίκη, ως πρωθυπουργός. Είχαν περάσει εφτά χρόνια, τρεις μήνες και δύο μέρες από την μαύρη 21η Απριλίου 1967…


Θυμάμαι το σύνθημα που ακούστηκε πιο πολλές φορές: «Δώστε τη χούντα στο λαό», αλλά και το «Έξω οι Αμερικάνοι». Σε τρεις μόλις μέρες , στις 3 του Σεπτέμβρη 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου παρουσίασε την ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ.

Πηγή: www.protagon.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου