Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Το Αργυρούν Ιωβηλαίο του Αρχιεπισκόπου Αναστάσιου

                    

 ΜΥΡΕΝΑ ΣΕΡΒΙΤΖΟΓΛΟΥ

Ξεκινούσα με καρδιά βαριά και νου σκοτεινιασμένο. «Θα πάω μόνο για χατίρι Του», είπα μέσα μου, «και θα αποχωρήσω αμέσως». Όσες φορές έχει τύχει να αισθάνομαι εγκλωβισμένη σε μια δύσκολη κατάσταση, επαναλαμβάνω πάντα την ίδια ιαματική σκέψη, όπως ακριβώς οι μοναχοί λένε την προσευχή τους κόμπο-κόμπο με το κομποσκοίνι. «Σκύψε το κεφάλι και δούλευε, χωρίς να κοιτάς ούτε δεξιά, ούτε αριστερά».
Ήδη από τον προαύλιο χώρο του Καθεδρικού Ναού της Αναστάσεως του Χριστού τα πρόσωπα των πιστών, μου έφεραν στο μυαλό, τα λόγια προ δεκαετίας ενός φίλου πολύ αγαπημένου. «Όταν δεν είμαι καλά, κατεβαίνω στον δρόμο και περπατάω πάνω-κάτω στο κέντρο της Αθήνας. Κοιτάζω τα πρόσωπα όλων αυτών των ανθρώπων και διερωτώμαι, ποιος είμαι εγώ που έχω δικαίωμα να πονάω;»



Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται ένα γύρο καλύτερα στο εσωτερικό του Ναού, καθώς αντίκριζα σιγά-σιγά τις πρώτες οικείες φυσιογνωμίες. Και μετά σχεδόν άθελά μου το θέαμα της πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας στην οποία συλλειτουργούσαν όλα τα μέλη της Ιεράς Συνόδου και οι ιερείς που είχε χειροτονήσει ο Αναστάσιος από τα πρώτα χρόνια, με συνεπήρε. Κληρικοί και πιστοί είχαν συρρεύσει από όλες τις Ορθόδοξες Μητροπόλεις της αλβανικής επικράτειας.
Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, και μόνο αφού ο Μητροπολίτης Κορυτσάς, Ιωάννης, εξήρε τον ρόλο του Αρχιεπισκόπου Αναστάσιου ως αναντικατάστατο στην ανασυγκρότηση της Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Αλβανίας, ο Αναστάσιος πήρε τον λόγο και η μαγεία άρχισε. Η ίδια πάντοτε μειλιχιότητα, η ίδια ευπροσηγορία, γλυκυθυμία, ογκολιθική συγκρότηση, εγκαρτέρηση, η ίδια γνήσια συγκίνηση για όσα επετεύχθησαν. Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος διαθέτει μία ακτινοβολία εσωτερική, διαμορφώνει τον χώρο, τον επηρεάζει.
«Δεν είναι η γιορτή ενός προσώπου, είναι η γιορτή μιας Εκκλησίας. Η ανασύσταση, η ανάσταση μιας Εκκλησίας. O Θεός είναι ένας Θεός εκπλήξεων, εκπλήξεων αγάπης. Ο Θεός εκπλήξεων επιφυλάσσει τα θαύματά του με τρόπο που  το μυαλό του ανθρώπου δεν τα συλλαμβάνει. Ο Θεός έδωσε πνοή ζωής σε ένα τόπο που φαινόταν εντελώς λησμονημένος. Ο Θεός το λίγο το πολλαπλασιάζει, και δίνει μια εκπληκτική καρποφορία εκεί όπου όλα φαίνονται δύσκολα. Ο Θεός μας χαρίζει περισσότερα από όσα μπορούμε να σκεφτούμε ή να φανταστούμε.
Όλη αυτή η προσπάθεια δεν σχετίζεται με ένα μόνο πρόσωπο το οποίο ασφαλώς έφερε την ευθύνη, αλλά με πληθώρα εξαιρετικών προσώπων, εκλεκτών συνεργατών εν Κυρίω οι οποίοι με θυσία προσφέρουν μέσα σ αυτήν την διακονία της Εκκλησίας. Πάντα θα θυμάμαι τον καθένα ξεχωριστά.
Όπως ο Απόστολος Παύλος έλεγε στην Επιστολή του προς Θεσσαλονικείς, αδιάκοπα σκεφτόμαστε το έργο της πίστεως και τον κόπο της αγάπης και την υπομονή της ελπίδος των εκλεκτών συνεργατών αυτήν την στιγμή που δοξάζουμε όλοι τον Θεό. Τα εικοσιπέντε έτη δεν είναι μια γιορτή επετείου αναμνήσεων, αλλά μια αφετηρία για καινούργιες προσπάθειες.
Κοιτάξτε, το μυστικό παραμένει πάντοτε. Όσο περισσότερο αγαπούμε Αυτόν ο οποίος είναι η ένσαρκος αγάπη, τότε θα βλέπουμε στην ζωή μας και την ζωή της Εκκλησίας μας θαύματα. Αυτός που είναι η απόλυτη αλήθεια, η ενσαρκωμένη αγάπη, το άπειρο κάλος, ας ευλογεί και ας οδηγεί την Εκκλησία μας στα επόμενα βήματα».
-Έχει πάρα πολύ κόσμο, καίτοι είναι διακοπές, Αύγουστος, καύσωνας, είπα κατάπληκτη με το πέρας της ομιλίας, όταν το εκκλησίασμα άρχισε να ζωηρεύει.
-Και Τετάρτη. Θέλαμε να κάνουμε πιο πολλά, αλλά δεν ήθελε, δεν μας άφησε, συμπλήρωσε το αγαπημένο πνευματοπαίδι του Αρχιεπισκόπου, που το κέρδισε η πολιτική, και κατευθυνθήκαμε στην αίθουσα όπου θα προσφερόταν καφές.
-Καλώς την!
-Χρονιά πολλά, ψέλλισα.
-Χρόνια καλά να είναι, υπογράμμισε με τον τόνο της φωνής του ο Μακαριώτατος, και η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τις δυσκολίες της χώρας. «Τα άλλα μέρη είναι κοσμικότητες. Εδώ είναι το κρίσιμο πόστο, στα χαρακώματα. Όλοι έρχονται δύσθυμοι, αλλά πάντα τους λέω ότι όταν έρθει η ώρα να φύγετε, θα κλαίτε».
Αντί χαιρετισμού, όταν σηκώθηκε για να κατευθυνθεί προς την αίθουσα του Πολιτιστικού Κέντρου, η οποία βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον Ναό της Αρχιεπισκοπής, και στην οποία θα ακολουθούσε πολιτιστική εκδήλωση προς τιμήν Του, με ένα ολόγιομο χαμόγελο είπε «Το καλό είναι ότι έχουμε από όλους, γέρους, νέους και παιδιά». Η αρχιτεκτονική του Συγκροτήματος της Αρχιεπισκοπής αντανακλά την πίστη του ποιμένα της. «Αυτή η Εκκλησία δεν είναι μια κλειστή λέσχη για τους σεσωσμένους, αλλά μια ανοικτή κοινότητα των ανθρώπων, ένας ανοικτός πολιτισμός».
 Όταν το 1992, πριν από εικοσιπέντε έτη, σε ηλικία εξήντα δύο ετών, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος μετά από τις ιεραποστολές στην Μαύρη Ήπειρο, ανέλαβε να αναστηλώσει την Ορθοδοξία στην Αλβανία, ήρθε αντιμέτωπος με πλήρη διάλυση. «Εάν στην Αφρική έπρεπε να εργαστούμε από τον μηδέν, εδώ στην Αλβανία ξεκινήσαμε από το μείον» συνηθίζει να λέει. «Από το 1944 ξεκίνησε ο διωγμός της θρησκείας σε όλα τα πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα, αλλά στην Αλβανία το 1967 προέβησαν σε κάτι πιο ολοκληρωτικό, την απαγόρευση βάσει Συντάγματος κάθε θρησκευτικής έκφρασης.  Η Εκκλησία είχε καταρρεύσει ολοσχερώς».
Η εορταστική εκδήλωση ξεκίνησε με την προβολή ντοκιμαντέρ από τα πρώτα πέντε έτη της δράσης του Αρχιεπισκόπου. Στις απομακρυσμένες περιοχές και τα χωριά, κυρίως τα ελληνοαλβανικά σύνορα, υπήρχαν μόνο κατεστραμμένες εκκλησίες, και παντελής έλλειψη οδικού δικτύου, παροχής νερού και ρεύματος. «Η κατάσταση ήταν τραγική. Όλη η περιοχή ήταν διάσπαρτη με πολυβολεία. Εκείνοι που τα δημιούργησαν έστελναν το μήνυμα ότι υπάρχει φόβος. Είμαστε υπό απειλή. Και το έκαναν αυτό για να ελέγχουν τον λαό. Έπρεπε να εκφράσουμε την αγάπη μας και την συμπαράστασή μας σε αυτούς τους ανθρώπους. Δεν μπορούσα να πάω να κάνω το κήρυγμα και να έφευγα έτσι». Πράγματι στα συσσίτια και τις διανομές ειδών πρώτης ανάγκης, τα αγαθά μοιράζονταν σε όλους ανεξαιρέτως καταγωγής, εθνότητας, θρησκεύματος.

Όταν το 1999 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος επισκέφθηκε την Αλβανία, χαρακτήρισε ως «θαύμα» το ανθρωπιστικό και κοινωνικό έργο του Αναστάσιου, ενώ για τον ίδιο είχε πει «Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος είναι το δώρο του Θεού πάνω στην γη». «Από μακριά δεν είναι τόσο απλό να γίνονται καταληπτές οι σύνθετες πτυχές της αλβανικής ιδιοσυγκρασίας και πραγματικότητας», είχε αρκεστεί να διευκρινίσει ο Μακαριώτατος για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της επταετούς αρχιερατείας του.
Ύστερα από χρόνια μαρτυρίου, στην Αλβανία ανέτειλε μία νέα αποστολική περίοδος. Ο Αρχιεπίσκοπος έκτισε ορφανοτροφεία, νηπιαγωγεία, σχολεία, σχολές. Ίδρυσε πρότυπες κλινικές και σύγχρονα ιατρικά διαγνωστικά κέντρα. Αναστήλωσε Ναούς και Μονές, προσέφερε έργα υποδομής, φτιάχνει υδραγωγεία, υδροηλεκτρικά εργοστάσια. Το 1999 με την κρίση του Κοσσυφοπεδίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας φιλοξένησε 33.000 πρόσφυγες σε δικούς της καταυλισμούς, προσφέροντας ρούχα, τρόφιμα, ιατρική βοήθεια.
Στο Κονσέρτο συμμετείχαν σύλλογοι από όλες τις Μητροπόλεις, τα Εκκλησιαστικό Λύκεια, τα αλβανοελληνικά Σχολεία της Εκκλησίας, το Ορφανοτροφείο της Μονής του Αγίου Βλάσιου στο Δυρράχιο. Μαθητές από την Κορυτσά, το Αργυρόκαστρο, τον Μεσοπόταμο, το Λιπμράζ, την Σπαθία, το Φίερι, το Μπεράτι, ερμήνευσαν τραγούδια και παρουσίασαν παραδοσιακούς χορούς. Ο ενθουσιασμός και η ευγνωμοσύνη των νέων, συγκλόνισαν τον Μακαριώτατο, ο οποίος σαν παιδί καυχιόταν εν Κυρίω: «Πείτε μου, έχετε δει ποτέ να κάνουν τέτοια εκδήλωση για άλλον Αρχιεπίσκοπο;»
Ο Αναστάσιος όταν μιλάει για κάποιον, μιλάει πάντοτε σαν να είναι οιονεί παρών στο δωμάτιο. Μια φορά που πήγε η μητέρα μου να τον χαιρετίσει σε μια εκδήλωση, της είπε με περισσή εγκαρδιότητα: «Έχουμε καιρό να σας δούμε». «Έχω και την άλλη μου κόρη στην Θεσσαλονίκη», έσπευσε εκείνη να δικαιολογηθεί. «Αυτά τα παιδιά σας χρειάζονται περισσότερο. Εδώ είναι το σύνορο, το όριο».
Ο Μακαριώτατος είναι η κοινωνία, ότι σε κάνει να κοινωνείς. Κάποια στιγμή που ήρθε λάθρα να καθίσει για λίγο στο τραπέζι μας, στην τραπεζαρία που προσέφεραν κριτσίνια και καφέ, ο Χρήστος  ο Παπανικολάου, ο ζωγράφος της Αρχιεπισκοπής που αγιογραφεί το Παρεκκλήσιο του Καθεδρικού, είπα αυθόρμητα σε κοινή μας φίλη. «Όταν ήμουν μικρή τα βράδια έκλαιγα, γιατί αγαπούσα ένα μικρό λούτρινο σκυλάκι που μου είχε φέρει ο πατέρας μου από την Γερμανία και κοιμόμουν πάντοτε μαζί του, πιο πολύ από τον Θεό. Τον ίδιο συναίσθημα με κατέλαβε εξαπίνης όπως τρύπωσε ο Χρήστος δίπλα μας. Πειράζει που τον αγαπάω πιο πολύ από τον Αρχιεπίσκοπο;» «Είδες πως βιώνουν την αγάπη τα παιδιά;» απάντησε με πλήρη συναίσθηση εκείνη. Ο Χρήστος είναι εκείνος που μας φέρνει όλους κοντά, που θα μας μαζέψει, θα τρέξει για τον καθένα, θα είναι εκεί για οιονδήποτε έχει ανάγκη. Είναι εκείνος που διδάσκει την αλληλοπεριχώρηση.
«Οι μεγαλύτερες δυσκολίες είναι από το περιβάλλον σου», έχει εξομολογηθεί ο Προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας. «Το μεγάλο πρόβλημα είναι οι δυσκολίες οι οποίες έρχονται από το στενό σου περιβάλλον και οι οποίες μπορεί να σε οδηγήσουν σε κάμψη, σε απογοήτευση. Από εκεί που περιμένεις μια βοήθεια δεν έρχεται, έρχεται το αντίθετο ή από εκεί που έχεις βοηθήσει έρχεται η αγνωμοσύνη. Όλα αυτά κουράζουν. Αλλά, όλα αυτά ωριμάζουν τους ανθρώπους. Η ελευθερία από την πικρία, την αγανάκτηση και το παράπονο είναι πολύ ουσιαστικές μορφές ελευθερίας. Πρέπει να είμαστε ελεύθεροι και από την απαίτηση ευγνωμοσύνης απέναντι στον άλλο. Να προσφέρουμε την ευχαριστία μας αλλά να μην έχουμε την απαίτηση να μας δίνουν ευγνωμοσύνη. Να μην φανταζόμαστε ότι από παντού θα έχουμε κοινή αποδοχή. Υπάρχουν άνθρωποι που μας παρεξηγούν. Σχολιάζουν δυσμενώς και αυτά μας πικραίνουν».
Κάτω από τον καυτό ήλιο, είχε πια μεσημεριάσει, και με ένα καυσαέριο που σε ζάλιζε ως εάν εισέπνεες αναθυμιάσεις, στενός συνεργάτης και φίλος του Αρχιεπισκόπου μου εκμυστηρευόταν. «To χέρι του Θεού είναι παντού να μας ανοίγει δρόμους. Εμείς οφείλουμε να τους αναγνωρίζουμε. Η εκδήλωση μου θύμισε εκείνες που γίνονταν στην Ελλάδα την δεκαετία του ΄50 και του ΄60. Τότε που υπήρχαν πρόσωπα που ενέπνεαν και ενθουσίαζαν. Όταν είχα επιστρέψει στην Ελλάδα το ΄85 από τις σπουδές μου στην Αμερική, και συναντούσα κάποιον γνωστό στο δρόμο ο χαιρετισμός ήταν “Να περνάς καλά”. Τι πάει να πει να περνάς καλά; Το παν είναι η κοινωνία, να σκέφτεσαι τον άλλον, μέσα στο ζευγάρι, την οικογένεια, την εργασία. Η μητέρα μου έλεγε ότι το να αγνοείς τον άλλον είναι το πιο αντίχρηστο πράγμα».
Φεύγοντας, ανέβαινα τα εξωτερικά σκαλιά από το Πολιτιστικό Κέντρο με ανάλαφρο βήμα, και ψυχή αναπτερωμένη, «ξεφορεμένη», σαν την εικόνα του Μακαριώτατου απεκδυσάμενου τα ιερατικά άμφια, που πιο πολύ αγαπώ. Μπροστά από τον Καθεδρικό Ναό, τα σχολεία, οι όμιλοι, φωτογραφίζονταν προς ανάμνησιν της ημέρας που το ποίμνιο εόρτασε τα εικοσιπέντε έτη της Ενθρόνισης του Αναστάσιου στις 2 Αυγούστου 1992, ως Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας.
Εις πολλά έτη Δέσποτα!

Πηγή: www.kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου