Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Στην οδό Μητρώου...

                                       Οδοιπορικο στη γειτονιά των παιδικών ονείρων
                                                                 Α! ΜΕΡΟΣ


 Η οδός Μητρώου στο Πειραιά ξεκινάει από τη Φρεαττύδα και καταλήγει στη Πειραϊκή στην τότε θρυλική καφετέρια του Ιππόκαμπου. Τότε οι γειτονίες ήταν ανθισμένες, λουλουδιστές με όμορφες μονοκατοικίες και με πολυκατοικίες που δεν αρνούνταν την κοινωνικότητα τους, με χαμογελαστούς ανθρώπους, μεροκαματιάρηδες και υπερήφανους γεμάτους ζωτικότητα και καλοσύνη. Τα παιδιά μαζευόντουσαν στα κεφαλόσκαλα για κουβέντα και παιχνίδι και οι δρόμοι αντηχούσαν από τις νεανικές φωνές. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο σήμερα, τα παιδία ήταν ευγενικά, κοκκίνιζαν σε κάθε μικροπρέπεια και έκαναν θελήματα. Αυτή ήταν η γειτονιά των παιδικών μας χρόνων, της αγνής φιλίας και των νεανικών μας ονείρων. 



Πέρασα τα παιδικά και μεγάλο μέρος των εφηβικών μου χρόνων σε μια μονοκατοικία  φτιαγμένη νομίζω, περίπου τη δεκαετία του 1950 στον αριθμό 7. Μέναμε στο ισόγειο σε ένα σπίτι με μεγάλη αυλή και πολλά λουλούδια. Εκεί  μεγαλώσαμε και τα τέσσερα παιδιά, ο Γιάννης, η Μαρία, εγώ και ο Νεκτάριος. Στον επάνω όροφο έμεναν οι ιδιοκτήτες, μια φιλόξενη αρχοντική οικογένεια με καταγωγή από τα Ψαρά που οι σχέσεις μας δεν ήταν καθόλου τυπικές αντιθέτως είχαμε δημιουργήσει δεσμούς εκτίμησης και φιλίας. Αρχηγός της οικογένειας ήταν ο Γιώργος Αρχοντός καπετάνιος, αρκετά καλλιεργημένος άνθρωπος γεμάτος ευγένεια και καλοσύνη που δυστυχώς έφυγε νωρίς από τη ζωή αλλά η παρουσία του είναι ζωντανή μέσα μου. Με ιδιαίτερα λεπτούς τρόπους και με διάκριση ήταν μια παρουσία ζωντανής ανθρωπιάς. Η γυναίκα του η κυρία Μαρία μια εξαιρετική νοικοκυρά, φιλόζωη με αδυναμία στις γάτες και ικανότατη μαγείρισσα. Η οικογένεια είχε τρία παιδιά το Δημήτρη, το Νίκο και τη Σωσώ. Μαζί τους ήταν και μία γιαγιά που την έλεγαν Μαύρενα ( δεν γνωρίζω γιατί ονομαζόταν έτσι ) και έμενε σε ένα δωματιάκι γεμάτο από χριστιανικές εικόνες. Η γιαγιά Μαύρενα που όπως έλεγαν ότι είχε ένα δύστροπο χαρακτήρα σε εμένα έδειχνε αφάνταστη γλυκύτητα και κάθε που ο ταχυδρόμος έφερνε τη σύνταξη της εκείνη αμέσως μου έδινε ένα γενναιόδωρο χαρτζιλίκι. Τη πρώτη «έξοδο» από τη ζωή ανθρώπου που γνώρισα ήταν της γιαγιάς Μαύρενας που τότε με τη συνήθεια της εποχής τους κεκοιμημένους τους έβαζαν στο σαλόνι του σπιτιού και τους μοιρολογούσαν όλο το βράδυ μέχρι την επόμενη μέρα που  θα τελεστεί η ταφή. Θυμάμαι τον εαυτό μου να παίζει με ένα αυτοκινητάκι στο σαλόνι που έκλαιγαν τη θανούσα και το καπάκι της κάσας στην είσοδο του σπιτιού. Τότε όλα τα πράγματα, η ζωή και ο θάνατος είχαν μια φυσική συνέχεια.


Το μικρό δωματιάκι της γιαγιάς στη συνέχεια έγινε ένα μικρό φροντιστήριο όπου η Σωσώ- απόφοιτος της Νομικής και καθηγήτρια ξένων γλωσσών- έκανε μαθήματα κυρίως στην αρχή Γαλλικών και είχε την ατυχία για ένα μικρό διάστημα να έχει αναλάβει και το δικό μου διάβασμα.    Η Σωσώ είναι μια εξαιρετική καθηγήτρια, ένας πολύ καλλιεργημένος και μορφωμένος άνθρωπος με φυσική ευγένεια και αφάνταστη υπομονή. Τακτικά επισκεπτόταν την οικογένεια και ένας ανιψιός, ο Δημήτρης ( π. Ιωακείμ) μορφωμένος νέος με φιλοσοφικές και θεολογικές ανησυχίες, καταδεχτικός και πάντα χαμογελαστός και ήταν για μένα το πρώτο πρόσωπο στη ζωή μου που άκουσα ότι σχεδιάζει να γίνει κληρικός. Και πράγματι έγινε ένας σπουδαίος κληρικός που διακονεί την εκκλησία από διάφορες θέσεις με ασκητική αυταπάρνηση.


Η γειτονιά μας ξεκινούσε από το ψιλικατζίδικο της κυρίας Κικής στη γωνία Μητρώου και Λέκκα όπου εκεί τρέχαμε για να ψωνίσουμε διάφορα είδη για τους μεγάλους και  χαζεύαμε τα παιχνίδια του μαγαζιού με την ελπίδα κάποτε να αγοράσουν και για εμάς ένα. Η αλήθεια είναι πως εκείνη την εποχή τα παιχνίδια μας ήταν όλα στους δρόμους, στις πλατείες και στη γειτονιά και δεν μας εντυπωσίαζαν τα παιχνίδια που ήσουν αναγκασμένος να μείνεις μαζί τους σε ένα δωμάτιο. Η κυρία Κική ήταν αρκετά φιλόζωη μαζεύοντας όλες τις γάτες της γειτονιάς και πάντα δίπλα από τη πόρτα του μαγαζιού της υπήρχαν μπολάκια με νερό και φαγητό. Το μαγαζί της κυρίας Κικής ήταν και ένα μικρό στέκι των νοικοκυρών για κουβέντα και συναναστροφή με την καλοσυνάτη οικοδέσποινα να ετοιμάζει καφέδες και σιροπιαστό γλυκό.

Ανεβαίνοντας προς τα πάνω ήταν το σπίτι του Γιάννη και της Ράνιας, μια μονοκατοικία που τώρα στο χώρο της στέκει μια μεγάλη πολυκατοικία. Απέναντι ακριβώς έμενε ο αείμνηστος Γιώργος και η αδερφή του Κική και λίγο παραπάνω έμενε ο Μιχάλης. Απέναντι από το σπίτι του Μιχάλη έμενε ο Σόλων που είναι τώρα ένας σπουδαίος μουσικός που ξεχωρίζει με τις ικανότητες και το ήθος του.


Στη πολυκατοικία του Σόλωνα υπήρχε ένα ημιυπόγειο που ήταν το παντοπωλείο της γειτονιάς μας, της κυρίας Αθηνάς. Ένα κλασικό μπακάλικο της εποχής με ακατάστατη λειτουργικότητα, μπλοκάκι για τα βερεσέδια, ξύλινο πάγκο με τη κλασική ζυγαριά της οκάς και τσουβάλια με όσπρια που έβαζες με τη σέσουλα. Η κυρία Αθηνά με την μπλε παραδοσιακή μπακάλικη ποδιά της και τις ήρεμες και νωχελικές κινήσεις, δέσποζε μέσα στο μαγαζί της σαν πριγκίπισσα. Μετά το θάνατο της το μπακάλικο πέρασε στο γαμπρό της που το δούλευσε στο ίδιο μοτίβο. Με τα χρόνια μπήκαν στη ζωή μας τα μεγάλα Σούπερ Μάρκετ και το μπακάλικο της κυρίας Αθηνάς έκλεισε.

Συνεχίζεται...

Κώστας Ζουρδός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου