Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Φύλαγε τον εαυτό σου, φίλε αδερφικέ...



Όταν ήμασταν παιδία παίζαμε σε κάτι ξεχαρβαλωμένες λίγες κούνιες ξεβαμμένες και λερώναμε τα χέρια μας με τις μπογιές που στην συνέχεια βάζαμε στο στόμα. Νερό πίναμε από όπου βρίσκαμε από βρύσες που υπήρχαν στα πάρκα κολλώντας το στόμα μας στο κρύο της σιδερικό η στο λάστιχο που έξεχε. Πίναμε από το ίδιο μπουκάλι και κανείς μας δεν έπαθε ποτέ τίποτα. Το νερό είχε την ίδια γεύση με αυτό που πίνουμε τώρα ως εμφιαλωμένο. Τρώγαμε πατατάκια, γαριδάκια και πίναμε αναψυκτικά αλλά δεν ήμασταν ποτέ παχύσαρκοι γιατί τρέχαμε συνεχώς στις γειτονιές και στις πλατείες και δεν καθόμασταν στις πολυθρόνες και στους υπολογιστές. Κατασκευάζαμε αυτοσχέδιες μπάλες από κουτάκια και τρέχαμε με σπασμένα τα φρένα στα τσιμέντα ματώνοντας γόνατα και αγκώνες. Γκρεμοτσακιζόμασταν. Σπάζαμε χέρια και πόδια. Πονούσαμε. Κλαίγαμε. Μπαίναμε στις μισοτελειωμένες πολυκατοικίες και δανειζόμασταν φυσοκάλαμα και ασβέστη και παίζαμε πόλεμο. Και χτυπούσαμε. Και τσακωνόμασταν. Δεν βάζαμε τους γονείς μας να κάνουν μήνυση στον εργολάβο που άφηνε αφύλακτη την οικοδομή και ούτε βάζαμε τους γονείς να μαλώσουν μεταξύ τους για τους τσακωμούς μας.


 Είχαμε φίλους που πηγαίναμε έξω για να τους συναντήσουμε. Πλακωνόμασταν στο ξύλο. Ξύλο άγριο, μιλάμε. Ούτε ένας ποτέ δεν πήγε στη μαμά ή στον μπαμπά του για να καταγγείλει εκείνον από τον οποίον τις έφαγε. Πάντα τα ξαναβρίσκαμε γρήγορα. Και, νά 'μαστε! Ακόμα ζωντανοί. Και ωραίοι. Φεύγαμε από το σπίτι το πρωί και επιστρέφαμε λίγο πριν νυχτώσει. Κανείς δεν μας γύρευε. Ήξεραν ότι θα επιστρέφαμε ξέρανε που ήμασταν ανά πάσα στιγμή. Μια ολόκληρη γειτονιά εξάλλου μας είχε έννοια όλους. Πηγαίναμε περπατώντας στα σπίτια των φίλων μας. Με τα πόδια πηγαίναμε και στο σχολείο. Δεν μας έπαιρναν η μαμά κι ο μπαμπάς ούτε το σχολικό. Όταν δεν είχαμε τι παιχνίδι να παίξουμε, ανακαλύπταμε καινούργια. Με ξύλα, με λαστιχάκια, με μπαλάκια του τένις, με πέτρες, με νερό, με... τίποτα. Το παιχνίδι θέλει φαντασία. Κι εμείς τη δική μας φαντασία την καλλιεργούσαμε. Είχαμε ελευθερία, αποτυχίες, επιτυχίες και υπευθυνότητα. Και μάθαμε να τα χειριζόμαστε όλ' αυτά καλά.


Γιατί υπήρξε αυτή η παιδική αγνότητα που όλα τα έκανε απλά. «Ο συγγραφέας Λέο Μπουσκάλια διηγιόταν μια φορά πως είχε πάρει μέρος ως κριτής σ' έναν διαγωνισμό. Σκοπός του διαγωνισμού ήταν να βρεθεί το παιδί που νοιαζόταν πιο πολύ για τους γύρω του. Νικητής αναδείχθηκε ένα 4χρονο αγόρι, γείτονας του οποίου ήταν ένας ηλικιωμένος που πρόσφατα είχε χάσει τη γυναίκα του. Όταν είδε τον άνδρα να κλαίει, το αγόρι τον πλησίασε, ανέβηκε στα γόνατά του κι έκατσε εκεί. Η μητέρα του το ρώτησε τι είπε στον ηλικιωμένο. Κι εκείνο απάντησε:
"Τίποτα, απλά τον βοήθησα να κλάψει"...


Φύλαγε τον εαυτό σου, φίλε αδερφικέ γιατί αν χαθείς και εσύ, θα ξεθωριάσει κι άλλο ο παιδικός, αμόλυντος εαυτός μου κι εκείνα τα ματάκια που δε θέλανε πολύ να φωτιστούν. Και πού να τα βρω, φίλε, και ποιος να μου τα δώσει πίσω...

 Κώστας Ζουρδός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου