Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Της δικής μου προσφυγιάς

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου* 
Όϊ, μαρός μαρός... 
Μέρα ζεστή, σχεδόν καλοκαίρι, 24 Σεπτεμβρίου του 2008. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα για πάντα, στην οδό Χρυσαλλίδος, μέσα σε μια μυστήρια παγωνιά, μέρα ζεστή, σχεδόν καλοκαίρι, σε μια παγωνιά ειδικά για μένα. Πέρασα την έξοδο σέρνοντας τις ρίζες μου. Βίωσα το κρακ-κρακ τους, καθώς τις τραβήξαν βίαια απ'το χώμα, και πονούσαν πολύ· πάρα πολύ! Πιο πολύ απ' ο,τιδήποτε άλλο στην απέλασή μου από το σπιτικό μου. Να σου πω εγώ, τι σημαίνει
ξερριζωμός εν Αθήναις... Στη ζωή του παλιού μου καθηγητή στη Νομική, Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη είχε υπάρξει ένα περιστατικό, το οποίο από τα νιάτα μου το θεωρούσα ύψιστη ευλογία. Όταν η δικτατορία τον έδιωξε από τη Σχολή, ο Μαγκάκης μπόρεσε να κάνει το τελευταίο του μάθημα και έτσι, ως δάσκαλος, αποχαιρέτισε τους φοιτητές του - το σπιτικό του. Είναι ακριβώς αυτό που στερήθηκα εγώ. Κρακ κρακ οι ρίζες... Την απόφαση της απέλασης την εξύφαναν ιεροκρυφίως επί τρίμηνο σχεδόν και, μόλις ήρθε η ώρα της κοινοποίησής της, κανόνισαν να σταλεί η απόφαση με φαξ - για να τραβήξει τις ρίζες με μιας! Οι ιεροκρύφιοι υπολόγιζαν ότι δεν θα κλαυθμήριζα στις ποδιές τους και ότι, άρα, η έξοδός μου ήταν μονόδρομος. Υπολόγιζαν σωστά. Μάζεψα αυθωρεί τα μπογαλάκια μου από το γραφείο και άφησα μόνο το απόσπασμα από τη Σοφία Σειράχ, που είχα αναρτήσει λίγο καιρό πριν: "Ποτέ να μην έχεις για κάτι να ντραπείς... Σε άνθρωπο ανόητο μην υποταχτείς και το δυνάστη μην τον λογαριάσεις... Να μη λιχνίζεις σ’ όποιον λάχει άνεμο, μην παίρνεις όποιο να ’ναι μονοπάτι". Το μονοπάτι μου δεν ήταν όποιο να 'ναι, και είχε πολύ κρύο...

Νιέ μαρός μινιά! Είναι παγίδα η παγωνιά! Με στιβαρή λογική σε προκαλεί να απελπιστείς, σε προκαλεί να ξημεροβραδυάζεσαι με οργή, σε προκαλεί με τις εικόνες που έχασες με μιας, σε προκαλεί να αφήσεις την ψυχή σου δαγκωμένη στη μιζέρια. Η παγωνιά σε μαρμαρώνει στην κατάψυξη του δίκιου σου. Σου ψιθυρίζει να πεις: "Ιεροκρύφιοι, σας εγκαλώ ενώπιον του κριτή. Δεν θα σας συγχωρέσω ποτέ, μέχρι να μου φέρετε πίσω ένα μόνο· αυτό που δεν στερήθηκε ο Μαγκάκης"! Θέλει καλπασμό γερό, για να μη σε ξεράνει η παγωνιά! Θέλει κάτι σαν Αβραάμ, κάτι σαν Λωτ, σε μετανάστευση χωρίς επαναπατρισμό, με έναν ξερριζωμό που δεν ξεγίνεται και δεν παύει στιγμή να πονάει, αλλά που παρ' όλ' αυτά κυοφορεί νεόφαντες και εκπλήσσουσες χαρές. Άντρες φοιτητές άναψαν φωτιές στα ξέφωτα και στα περάσματα, στον ανοιχτό αέρα. Κι ο άνεμος που κατεβάζει στο Ζεφύρι η Πάρνηθα είναι ζεστασιά. Και η Σάρρα εκεί, μαζί στον καλπασμό για να μην σε νυστάξει η παγωνιά. Δεν μαγειρεύω την ανάγκη σε φιλότιμο! Όλ' αυτά είναι αληθινά η αποκάλυψη ευτυχίας ανείπωτης, στα νέα τοπία του ταξιδιού μέσα σου κι έξω σου, στο φτάσιμο εκεί που πριν δεν φαινόταν.

Μάγιεβο κανιά! Απ' τους αναβολείς ανεμίζουν γυμνές οι ρίζες, χτυπούν στα πλευρά του αλόγου, και τ' άλογο τραβά. Μη σταματάς - θα μαρμαρώσουμε στο δίκιο μας! Κρυφοκυττάς στα πίσω και βλέπεις δρόμο πολύν, ακόμα πριν κι από την οδό Χρυσσαλίδος. Το 1989 πέρασε ο Αρέθας απ' τα αντίσκηνά μας στην Υεμένη για δευτερόλεπτα. Ίσα που κοντοστάθηκε στην είσοδο, κι έφυγε. Ίσα που μας είπε "σηκωθείτε και τραβάτε". Για τον αστραπιαίο Αρέθα τίποτα δεν ψελλίσαμε σε κανέναν, πάρεξ της υπόκρυφης αφιέρωσης στον "Θεό μου τον αλλοδαπό". Και τ' άλογο τράβηξε βορειότερα, πάντα με την αγωνία μην κουραστεί. Μακρύ ταξίδι κι ανομολόγητοι σταθμοί, και πάντα η παγωνιά να απειλεί... Άλλη φορά τα λέμε...

Κι άλλο βορειότερα, δίχως χάρτη. Ο άγγελός μας ο αλλοδαπός ήρθε τραγουδώντας μας το τραγούδι μας: ένα τραγούδι που το πρωτοακούσαμε απ' αυτόν ως ξένοι, σε ξένη γλώσσα, σε ξένη χώρα. Μα ήταν το τραγούδι της δικής μας ζωής! Άραγε το τραγουδούσε κι ο Αλέξανδρος Νιέφσκι των πάγων;Το τραγουδούσαν οι κοζάκοι της ξένης χώρας; Στα τέλη Οκτώβρη του 2011 το τραγούδι ήρθε σαν κάλαντα που φανερώνουν αφανέρωτα, σαν πρόσωπο που ανατέλλει έξω από την πόρτα. Όχι ένα πρόσωπο που σου χτυπά την πόρτα, αλλά το πρόσωπο που συναντάς όταν χτυπήσεις τη δική σου πόρτα για να βγεις.

Όϊ, μαρός μαρός / Ω, παγωνιά, παγωνιά
Νιέ μαρός μινιά! / Μη με παγώσεις εμένα,
Μάγιεβο κανιά / μήτε τ' άλογό μου!

Είναι το τραγούδι των δρόμων που βρίσκονται μπροστά. Είναι προσευχή. Αχ, να μπορούσα να το πω στην ξένη μου τη γλώσσα, και να βεβαιώσω την αλήθεια του στον άγγελό μας! Να του πω για την ευλογία των γυμνών ριζών, που ανεμίζουν στους αναβολείς μας και χτυπούν τα πλευρά του αλόγου, κι αυτό τραβά! Προσώρας μιλά τα πλούσια άρρητά της η καρδιά, μιλούν τα μέλη, μιλά η ξαγρύπνια, μιλά το τραγούδι το σοφό. Κι αν η ψυχή σου, άγγελέ μας αλλοδαπέ, ρωτά σαν τον Οστάπ, "Πατέρα! Πού είσαι; Ακούς;", η απάντησή μας είναι με μια φωνή, ιλιγγιωδώς μονολεκτική, σαν του Ταράς:

"Ακώ!".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου