Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Η κάπα του «πρίγκιπα» της Εκκλησίας...


                                        

 Ήταν Τρίτη 15Φλεβάρη του 1966 όταν, στη διάρκεια μιας συμπλοκής με αντάρτες, μια μονάδα της Πέμπτης Ταξιαρχίας του τακτικού στρατού, σκότωσε πέντε ενόπλους. Ένα από τα πτώματα που πιστοποιήθηκε  ήταν το πτώμα του Π. Καμίλο Τόρρες Ρεστρέπο, Ιερέα της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Π. Καμίλλο ήταν μόλις 37 χρονών, και είχε ανέβει στο βουνό δείχνοντας την έμπρακτη αλληλεγγύη στους αδυνάτους. Ήταν η πρώτη του μάχη. Δεν είχε προλάβει να σκοτώσει κανέναν.
Ο Χόρχε Καμίλο Τόρρες Ρεστρέπο γεννήθηκε στην Μπογκοτά το 1929, γόνος μίας από τις γνωστότερες και πλουσιότερες οικογένειες του τόπου. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Ισπανία, το Βέλγιο και την Κολομβία. Σπούδασε νομικά, θεολογία και κοινωνιολογία. Πίστεψε σε μεγάλη ηλικία και αποφάσισε να χειροτονηθεί ιερέας μετά την επαφή του με τον Αββά Πιέρ και την οργάνωσή του, «Σύντροφοι των Εμμαών», που ήδη δρούσε βοηθώντας τους αδυνάτους στο Παρίσι.

Η απόφαση της ιεροσύνης δεν ήταν αποδεκτή από την οικογένειά του. Όπως θα εξομολογηθεί η μητέρα του, Ισαβέλλα Ρεστρέπο - Γκαβιρία, ήταν η ίδια που προσπάθησε να τον μεταπείσει. «Δέστε, εγώ είμαι πάντα μια επαναστάτρια κι αντικληρική. Πάνου απ’ όλα αντικληρική. Ποτέ δε θέλησα να γίνει ο γιος μου παπάς. Για πολύ καιρό πίστευα ότι η ιεροσύνη ήταν λάθος για κείνον, για τον ανθρωπισμό του, για τις ευγενικές, γενναίες φιλοδοξίες του. Όμως, πολύ αργότερα, που το ξανασκέφτηκα λόγω της σύντομης ζωής του Καμίλο, καταστάλαξα πως, αν δεν αφιερωνόταν με τόση αγάπη στην ιεροσύνη, δεν θα είχε κατανοήσει σε βάθος τα προβλήματα του φτωχού λαού μας, δε θα είχε δοθεί στον πολιτικό αγώνα και δε θα είχε τόση πεποίθηση στην αποστολή του. Μια αποστολή η οποία, παρά τη σύντομη ζωή κι ιεροσύνη του Καμίλο, άφησε βαθιές ρίζες στο λαό κι είχε παγκόσμια απήχηση».

Με την επιστροφή του στην Μπογκοτά, ο Καμίλο αναλαμβάνει ιερέας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο. Χάρη στο πτυχίο της κοινωνιολογίας, μόλις η σχετική σχολή  ιδρύεται στο Πανεπιστήμιο, του δίδεται καθηγεσία. Πολύ γρήγορα είναι ο αγαπημένος δάσκαλος και παπάς των φοιτητών, κυρίως δε των ριζοσπαστών. Είναι πάντα παρών στις αναζητήσεις των νέων, όντας ένας δυναμικός νέος άνδρας κι ο ίδιος, άλλωστε. Το ράσο δεν τον βαραίνει αλλά μάλλον απελευθερώνει τις εντός του δυνάμεις. Η απόφασή του να προχωρήσει, ως κοινωνιολόγος, στη μελέτη των κοινωνικών προβλημάτων της Κολομβίας, ειδικά μάλιστα πάνω στα φαινόμενα βίας, τους εξαθλιωμένους των τενεκεδουπόλεων, την ταξική ψαλίδα, τα προβλήματα των αγροτών, του εξασφαλίζει έτσι κι αλλιώς μεγάλο ακροατήριο μεταξύ των διψασμένων για δικαιοσύνη φοιτητών. Δεν του αρκεί. Η δράση είναι στη φύση του. Ιδρύει το «Κίνημα Πανεπιστημιακών και ελευθέρων επαγγελματιών για την κοινοτική ανάπτυξη» και λαμβάνει μέρος στην επεξεργασία ενός νομοσχεδίου το οποίο υποτίθεται ότι θα οδηγούσε τη χώρα στον κοινοτισμό.

Ο Καμίλο δεν υπήρξε ποτέ, δεν δήλωσε ποτέ κομμουνιστής. Δήλωνε «παπάς χριστιανός κι άρα επαναστάτης». Ωστόσο, χαρακτηρίστηκε κομμουνιστής το 1962, όταν η άρνησή του να εγκαταλείψει δύο φοιτητές του, οδήγησε στην αποπομπή του από το Πανεπιστήμιο. Οι δύο νεαροί, μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος, είχαν πάρει μέρος σε μια διαδήλωση η οποία κατέληξε βίαια. Ο πρύτανης θεώρησε αυτούς τους δύο υπεύθυνους για τις ταραχές, χωρίς να πραγματοποιηθεί καμιά καταγγελία ή έστω επίσημη προανάκριση, και τους απέβαλε οριστικά από το Πανεπιστήμιο. Οι συμφοιτητές τους ξεκίνησαν απεργία από τα μαθήματα. Ο Καμίλο υπήρξε ακριβοδίκαιος. Καταδίκασε τη βία και τις ταραχές, αλλά στάθηκε στο πλευρό των αδικηθέντων. Ο αρχιεπίσκοπος της Μπογκοτά ζήτησε τότε την παραίτηση του παπά-Καμίλο κι από τη θέση του ιερέα του Πανεπιστημίου κι από την έδρα που κατείχε. Ο Καμίλο υπάκουσε. Ωστόσο, η «ρετσινιά» του «κομμουνιστή παπά», που του κόλλησε ο συντηρητικός Τύπος κι η κυβέρνηση, θα τον χαρακτήριζε για πάντα.

Η επόμενη θέση του Καμίλο είναι ως εφημέριος στη Βερακρούς της Μπογκοτά. Και πάλι δεν περιορίζεται στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα. Συνεχίζει την επιστημονική του δουλειά, δίνει το παράδειγμα για την αγροτική μεταρρύθμιση δημιουργώντας μια υποδειγματική φάρμα στο Γιοπάλ και βοηθώντας τους αγρότες να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς. Όσο η δράση του επεκτείνεται τόσο μαζεύονται γύρω του οι αδύναμες τάξεις, οι νέοι κι οι αντικαθεστωτικοί διανοούμενοι, και τόσο η επίσημη εκκλησία τον πιέζει, του ζητάει να παρατήσει αυτά τα «κομμουνιστικά» πράγματα και του τάζει πλουσιοπάροχα ανταλλάγματα.

Βεβαίως, δεν τον κατατρέχουν μόνο οι αρχές και το ιερατείο. Τον κατατρέχουν, τον κατηγορούν και τον φοβούνται και οι κομμουνιστές, που δεν μπορούν να «χωνέψουν» το ράσο του Καμίλο. Τίποτε όμως δεν τον σταματά. Σκέφτεται σοβαρά τη δημιουργία ενός λαϊκού κινήματος που θα προσφέρει τη δυνατότητα για «λαϊκή επαναστατική δράση με νόμιμα μέσα». Ο λαός είναι ο μόνος για τη γνώμη του οποίου ενδιαφέρεται, κι ο λαός είναι μαζί του. Η «Πλατφόρμα για ένα κίνημα Λαϊκής Ενότητας», που ανακοινώνει ο ίδιος στο Μεντεγίν, τον Μάρτιο του 1965, φέρνει κοντά του χιλιάδες νέους, χιλιάδες φτωχούς, χιλιάδες λαϊκούς ανθρώπους. Η πλατφόρμα γίνεται αφορμή για την ίδρυση του «Ενιαίου Μετώπου» της Κολομβίας, στο οποίο μετέχουν όλες οι δυνάμεις, από τους σοσιαλδημοκράτες κι αριστερότερα. Όμως, οι περισσότερες ομάδες, γκρούπες ή κόμματα, αποσκιρτούν πολύ γρήγορα. Όταν, μάλιστα, ο Καμίλο προτείνει γενική αποχή  για τις επερχόμενες εκλογές του 1966, όσοι στόχευαν σε εκλογικά οφέλη, φεύγουν μαζικά. Απ’ όλα τα κόμματα και τις ομάδες, μόνο οι χριστιανοί σοσιαλδημοκράτες έμειναν ως το τέλος μαζί του, κι ας τους κόστισε την ευλογία της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας αυτή η επιλογή.

Εκείνη την εποχή, ο Καμίλο συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχουν περιθώρια πια για ειρηνικό αγώνα – όχι στην πατρίδα του, τουλάχιστον. Αποφασίζει να βγει στην παρανομία, στο αντάρτικο.
Η μητέρα του Π. Καμίλο, Δόνα Ισαβέλλα, θυμάται: «Με ρωτάτε αν επηρέασα τις ιδέες του Καμίλο, αν συνέβαλα για να γίνει αυτός που ήταν. Ειλικρινά, δεν ξέρω. Ξέρω όμως πως ανάμεσά μας υπήρχε –πέρα από τη σχέση μάνας παιδιού – μια βαθιά ανθρώπινη φιλία• πως ανάμεσά μας δεν υπήρχαν μυστικά και πως μια μέρα μου είπε: «Μανούλα, θα σου τα λέω όλα, εκτός από τα της εξομολόγησης.
Στην αρχή όταν βγήκε στο αντάρτικο τον ακολουθούσα στα μικρά επαρχιακά κέντρα, στα χωριά, στις αγροτικές περιοχές που πήγαινε να κηρύξει. Εκεί, στις πλατείες, στις αίθουσες, κάτω από εξέδρες, στεκόμουν σε μια γωνιά και περισσότερο τον κατασκόπευα παρά τον παρατηρούσα. Τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν την αγωνία που περνούσα περιμένοντας ότι θα τον δολοφονούσαν».
Ο Π. Καμίλο στις 20 Μαρτίου του 1965, ζητεί από την Αρχιεπισκοπή της Μπογκοτά, επειδή θα πάρει όπλο, τον αποσχηματισμό του. Του αρνούνται και παράλληλα τον καλούν σε απολογία, ενώ με ανακοίνωσή τους «ενημερώνουν» τον λαό ότι «οι δραστηριότητες του πατέρα Καμίλο Τόρρες είναι ασύμβατες με την ιερατική στολή που φέρει», την οποία και δεν του επιτρέπουν να βγάλει. Ο Καμίλο εντάσσεται στον παράνομο και φιλοκουβανικό Στρατό Εθνικής Απελευθέρωσης. Η έλευσή του φέρνει και δεκάδες άλλους πολίτες καθημερινά. Ο απλός λαός, οι χωρικοί, οι αγρότες, οι νέοι, ακολουθούν το παράδειγμά του, κι η ζωή του κινδυνεύει κάθε μέρα και περισσότερο. Η μητέρα του θυμάται:

«Ήξερα πως θα τον σκοτώνανε. Κάθε τόσο τον ρωτούσα: «Δε βλέπεις που θα σε δολοφονήσουν, Καμίλο;». Και κείνος: «Ναι, μανούλα, θα με δολοφονήσουν. Μα πριν με σκοτώσουν θα προλάβω να κάνω κάτι καλό για τους αδελφούς μου». Ήταν σίγουρος πως θα τον σκοτώσουν, όπως κι εγώ που υποτάχτηκα σιγά σιγά σε αυτή την ιδέα. «Θα σε σκοτώσουν, γιατί είσαι ένας πρόδρομος». Γελούσε. «Όπως και να χει, μανούλα, θα με βγάλουν απ’ τη μέση». […] Για τούτο, όταν πηγαίναμε σε αγροτικές περιοχές, στα χωριά, για κήρυγμα κι οι φίλοι του προσφέρανε πιοτό ή φαγητό, με τρόπο τραβούσα το ποτήρι ή το πιάτο και τα δοκίμαζα πρώτη: φοβόμουν πως θα τον δηλητηριάσουν».

Ο Καμίλο πέφτει νεκρός στις 15 Φεβρουαρίου του 1966, το λείψανο του δεν βρίσκεται ποτέ. Η μητέρα του μας πληροφορεί:
«Έγραψα ένα γράμμα στον πρόεδρο της Δημοκρατίας που είναι μακρινός συγγενής μας. Τον παρακάλεσα να μου παραδώσουν το λείψανο του γιού μου, αλλά δεν πήρα απάντηση. Έτσι, θες από απελπισία, θες από ελπίδα, έγραψα στον Πάπα που ήξερα ότι θα ερχόταν στη Μπογκοτά. Τον παρακαλούσα να κάμει ότι μπορεί για να πάρω το λείψανο και να θάψω χριστιανικά τον ιερέα γιό μου στο μέρος που κι εγώ η ίδια θα θαφτώ μια μέρα. Αλλά ούτε κι ο Πάπας μου απάντησε. Μου είπανε οι αρχές της Μπογκοτά ότι ο τόπος που θάφτηκε ο Καμίλο Τόρρες είναι κρατικό μυστικό».

Στην ερώτηση αν είναι υπερήφανη για τον γιό της η Δόνα Ισαβέλλα θα απαντήσει:  «Βέβαια, θα προτιμούσα να έχω για γιο ένα μικρό παπά σε κάποιο χωριουδάκι, αλλά ζωντανό. Αντίθετα, είμαι η μάνα ενός μεγάλου διεθνή ήρωα, αλλά νεκρού. Και τώρα μπορώ να κάνω μόνο ένα πράγμα: να υπερασπίζω και να διαδίδω τις επαναστατικές ιδέες για τις οποίες εκείνος έζησε και πέθανε. Τι παράξενη ερώτηση να με ρωτάς αν είμαι περήφανη. Ήμουν περήφανη για αυτόν, βέβαια, όταν ο Καμίλο ζούσε. Μετά, σαν έμαθα πως τον σκότωσαν, ένιωσα ένοχη γιατί δεν εξάντλησα το κάθε τι για την ασφάλειά του και γιατί δε βοήθησα αρκετά τον αγώνα του. Τότε μου πέρασε απ το μυαλό να αυτοκτονήσω. Χωρίς το γιό μου, έλεγα, δε μπορώ να ζω. Κάθε μάνα το λέει. Μετά, δε σκοτώθηκα. Γιατί; Από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, από φόβο; Ω, όχι, πιστέψτε με. Δεν αυτοκτόνησα για να μη μπορεί να πει κανείς για μένα «η φουκαριάρα ήταν τρελή, όπως τρελός ήταν και ο γιός της».

Κανείς από τους δυό μας δεν ήταν τρελός. Ακόμη κι αν, στην ιστορία της Κολομβίας, ένας παπάς που πεθαίνει όπως ο Καμίλο προκαλεί φόβο και πανικό. Έτσι, αποφάσισα να ζήσω. Θυμάμαι που είχα πει ότι θα τον ακολουθήσω μέχρι τις ακραίες συνέπειες, και με ρώτησε: «Και μέχρι το θάνατο ακόμα, μανούλα;». Εγώ: «Και πέρα από το θάνατο». Τώρα, τώρα στερνά απ’ το θάνατό του, οφείλω να δουλέψω για να απλώσουν οι ιδέες του, για να ακολουθήσει τη μνήμη του μια ατελείωτη στρατιά».
Η ιστορία του Π. Καμίλου κρύβει μια διαχρονία. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα θυσιάζουν τα πάντα για την εξουσία, και πάντα θα υπάρχουν κάποιοι, έστω λίγοι, που θα θυσιάζουν τον εαυτό τους για τους άλλους. Αυτοί οι λίγοι, οι εκλεκτοί, γνωρίζουν πως η ελευθερία στοιχίζει πολύ μα αξίζει πολύ. Η καρδιά τους είναι προσανατολισμένη στους άλλους. Μια καρδιά που φλέγετε από αγάπη και δεν φοβάται την θυσία. Γνωρίζουν ακόμα πως ο σπόρος ζει για να πεθάνει, και όταν πεθάνει φέρνει καρπό πολύ. Έχοντας την καρδιά τους γεμάτη από τον Χριστό δεν ξεχνούν ποτέ πως εκείνος: Τρέχει με λαχτάρα για να δεχθεί τον άσωτο υιό, αφήνει τα ενενήντα εννέα πρόβατα για να βρει το χαμένο, κυκλοφορεί στην ιστορία για να συμπορευθεί με εκείνους που αγρυπνούν αναζητώντας την αλήθεια, διαλύει τους πάγκους των εμπόρων, των θρησκειών, των κοινωνιών, των συστημάτων.

Υπάρχουν και οι άλλοι, οι πολλοί. Εκείνοι που παθιάζονται για κάθε εξουσία και ζουν μόνο για να την αποκτήσουν. Δεν τους νοιάζουν τα πρόβατα αλλά ο εαυτός τους. Δεν τους νοιάζει για κανέναν και τους θέλουν όλους κοντά τους, φτάνει να στηρίζουν την εξουσία τους. Δεν θυσιάζουν την ζωή τους για τους άλλους, αλλά τους άλλους για να εδραιώσουν την δοξασία τους. Απολυτοποιούν  τις πολύ ανίσχυρες απόψεις τους και απαλλάσσουν τον εαυτό τους από την υποχρέωση του σταυρού και τους οπαδούς τους, από το « βάσανο »  της ελευθερίας. Είναι εκείνοι που σε αφήνουν νηστικό από την τροφή της αγάπης και της ελευθερίας, και τα παραπέμπουν όλα στην αυθεντία τους. Επεκτείνουν την κόλαση συμπορευόμενοι με κάθε εξουσία που θα θεμελιώσει την δικιά τους, άσχετα αν στον λογισμό τους νομίζουν ότι αντιπροσωπεύουν τον παράδεισο.
Μια φορά λίγο πριν ο Π. Καμίλο ανέβει στο βουνό ήρθανε στο σπίτι του, μερικοί ιερωμένοι αποσταλμένη από τον επίσκοπο και του είπανε: Πάτερ, έτοιμη είναι για σένα η μάγκνα κάπα του καρδινάλιου. Φτάνει να γράψεις στη Ρώμη δύο λέξεις ότι είσαι διατεθειμένος να οδηγήσεις τους οπαδούς σου στα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, μακριά από το αντάρτικο. Φτάνει να το δηλώσεις και αμέσως γίνεσαι καρδινάλιος, πρίγκιπας της εκκλησίας. Ο Καμίλο είχε μια φράση να απαντάει σε αυτές τις προσφορές: Δεν είμαι για πούλημα, αδέρφια».

Κώστας Ζουρδός, Θεολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου