Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Η ταραχώδης ζωή του Αγίου Λουκά του Ιατρού


 

Γιος Ρωμαιοκαθολικού πατέρα και Ορθόδοξης μητέρας, ο κατά κόσμον Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στις 14 Απριλίου 1877 στο Κέρτς της Κριμαίας και μεγάλωσε στο Κίεβο της Ουκρανίας.
Σπούδασε ιατρική την οποία άσκησε με ιδιαίτερη επιτυχία. Ήταν μάλιστα από τους σημαντικότερους ερευνητές της εποχής του.
Ήταν πατέρας τεσσάρων παιδιών τα οποία απέκτησε με την Άννα Βασιλίγιεβνα Λάνσκαγια, την οποία είχε γνωρίσει στην Απω Ανατολή όταν υπηρετούσε ως στρατιωτικός γιατρός στον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο.
Ο θάνατος της από φυματίωση ωστόσο, άλλαξε εντελώς την ροή της ζωής του. Στην ταραγμένη Ρωσία των Μπολσεβίκων ο Βαλεντίν διορίστηκε καθηγητής στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Τασκένδης.



Ωστόσο εκείνη την εποχή ένας τόσο πιστός άνθρωπος ξεχώριζε σε τέτοιο βαθμό που τα προβλήματα ήταν συνεχή. Λένε πως κάθε φορά που είχε ενα χειρουργείο, άναβε καντήλι, προσευχόταν κι έπειτα με γάζες ποτισμένες στο ιώδιο σχημάτιζε το σταυρό στο σώμα του ασθενή.

Η εικόνα της Παναγίας που ήθελε να υπάρχει πάντα κρεμασμένη στο χειρουργείο του, ήταν επίσης ένα σημείο τριβής με τους επαναστάτες.

Ιερέας έγινε το 1921 ύστερα από πρόταση του Αρχιεπισκόπου της Τασκένδης Ιννοκέντιου που θαύμαζε το θάρρος και την πίστη του. Δυο χρόνια αργότερα ο Ιννοκέντιος εκτοπίστηκε. Ο κλήρος και ο λαός της Τασκένδης, επέλεξαν ως διάδοχο του του Ιερέα πλέον Βαλεντίν Βόινο-Γιασενετσκι.

Πριν την εις Επίσκοπο χειροτονία του, εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Τότε του δόθηκε το όνομα Λουκάς. Στη συνέχεια, ταξίδεψε ως το Πετζικέντ για να χειροτονηθεί επίσκοπος.

Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο και πολύ σύντομα ο επίσκοπος Λουκάς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε για προδοσία και φυλακίστηκε.

Στη φυλακή είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει και το σύγγραμμά του «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων», το οποίο όμως δεν εκδόθηκε για πολλά χρόνια, παρόλη τη σημασία του για την ιατρική επιστήμη, επειδή ο συγγραφέας επέμενε να γράφει στο εξώφυλλο το αρχιερατικό του αξίωμα.

Πρώτη εγχείρηση μεταμόσχευσης

Σε όλους τους τόπους της εξορίας, παρά τις αντίξοες συνθήκες, δεν σταματούσε να χειρουργεί και να θεραπεύει ασθενείς.

Στο Γενισέισκ το 1924 επιχείρησε την πρώτη στον κόσμο μεταμόσχευση νεφρού από ζώο σε άνθρωπο.

Κάποτε αναγκαζόταν να χειρουργεί με ένα σουγιά και αντί για ράμματα, χρησιμοποιούσε τρίχες από τα μαλλιά των ασθενών.



Παραίτηση από Επίσκοπος – εξορία στη Σιβηρία

Τo 1926 γύρισε στην Τασκένδη. Δυστυχώς εκεί αντιμετωπίζει τις συκοφαντίες ακόμη και συνεργατών του, γεγονός πού τον οδήγησε σε παραίτηση από την έδρα του επισκόπου.

Ενώ οι γιατροί βεβαίωναν πως η κατάσταση της υγείας του δεν το επιτρέπει, ο επίσκοπος Λουκάς αναχώρησε εξόριστος για τη Σιβηρία.

Το καθεστώς τον εγκαθιστά στην πόλη Γενισέισκ, για να τον στείλει αργότερα ακόμη 2.000 χιλιόμετρα μακρύτερα στην πόλη Τουρουχάνσκ. Και στο νέο τόπο της εξορίας δεν αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όσους τις χρειάζονταν, παρ όλες τις αντίξοες συνθήκες.

Ο λαός του Τουρουχάνσκ τον περιέβαλε με πολλή αγάπη και σεβασμό. Αυτό ήταν αρκετό για τους άθεους που σχεδίασαν νέα εξορία για τον επίσκοπο-ιατρό.

Αυτή τη φορά τον έστειλαν πέρα από τον Αρκτικό κύκλο, στο χωριό Πλάχινο, όπου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος δεν ανατέλλει.

Η υγεία του επισκόπου είχε επιδεινωθεί και μια τέτοια εξορία ήταν πολύ επικίνδυνη για τη ζωή του. Αυτός ήταν και ο σκοπός των διωκτών του.

Εκεί, στο Πλάχινο, υπέφερε τα πάνδεινα, τόσο λόγω των καιρικών συνθηκών, όσο και λόγω της αντιμετώπισης από τους κατοίκους της περιοχής. Ευτυχώς, δύο μήνες αργότερα, με αιτία το θανάτου ενός αγρότη, οι κάτοικοι του Τουρουχάνσκ ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν την επιστροφή του επισκόπου. Οι αρχές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υποχωρήσουν.



Έτσι ο επίσκοπος Λουκάς, που από όραμα είχε ειδοποιηθεί για το πέρας της δοκιμασίας του, επέστρεψε στο Τουρουχάνσκ και συνέχισε απερίσπαστος τις ασχολίες του για 8 ακόμη μήνες, μέχρι δηλαδή, το τέλος της εξορίας του.

Στην Τασκένδη συνεχίζει τις φιλανθρωπίες του, μα οι αντίπαλοί του δεν έπαψαν να ψάχνουν ευκαιρία για να τον διώξουν.

Η αφορμή δεν άργησε να βρεθεί και ο επίσκοπος βρέθηκε πάλι υπόλογος απέναντι στα κομματικά στελέχη. Ο σκοπός αυτή τη φορά ήταν να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί από το ιερό του αξίωμα. Μετά το εξαντλητικές ανάκρισεις και απεργίες πείνας και αφού πέρασε ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή, ο επίσκοπος εξορίστηκε για μια ακόμη φορά στη βόρεια Ρωσία.

Οι δραστηριότητες του εκεί ενόχλησαν όχι μόνο τις αρχές αλλά και τους κατοίκους. Σύντομα ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να πάει στο Λένινγκραντ.

Δοκιμασίες – πρόβλημα όρασης – δύο χρόνια ηρεμίας

Μετά την ανάρρωσή του πέρασε μια μακρά περίοδο δοκιμασιών και περιπλανήσεων. Οι εκπρόσωποι του κόμματος πιέζουν τον επίσκοπο να εγκαταλείψει την ιεροσύνη.

Στην περίοδο αυτή της πνευματικής δοκιμασίας αρχίζει να χάνει την όραση από το αριστερό του μάτι λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Επίσης, τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων Λοιμώξεων» εκδίδονται χωρίς να αναγραφεί το αξίωμά του.

Εν καιρώ επανακτά την εσωτερική γαλήνη, που είχε στερηθεί, και περνά δύο χρόνια ηρεμίας και ειρήνης κοντά στα παιδιά του. Την περίοδο αυτή, εργάζεται στα νοσοκομεία του Κοτλάς, Αρχαγγέλου, Αντιζάντ, Τασκένδης όπου και δημιουργεί το πρώτο τμήμα πυογόνων λοιμώξεων σε όλη την Ε.Σ.Σ.Δ.



Σύλληψη για 4η φορά – αγαθοεργίες – εξορία

Ο επίσκοπος Λουκάς ήταν 60 ετών, όταν συνελήφθη για τέταρτη φορά. Υπέστη φοβερά βασανιστήρια και έμεινε στις φυλακές Τασκένδης για δύο χρόνια.

Το 1939 εξορίστηκε και πάλι στη Σιβηρία και εργάζεται στο νοσοκομείο της μεγάλης Μούρτας.

Προσφορά στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο – προαγωγή σε Αρχιεπίσκοπος – τιμητικά βραβεία

Όταν στις 21 Ιουνίου 1941 τα χιτλερικά στρατεύματα μπαίνουν στη Ρωσία, ο επίσκοπος-γιατρός, αν και εξόριστος, προσφέρεται εθελοντικά να εργαστεί για τη θεραπεία των τραυματιών. Το κόμμα αναγνωρίζει την αξία του ως γιατρού και τον διορίζει αρχίατρο του στρατιωτικού νοσοκομείου 15-15 και σύμβουλο όλων των νοσοκομείων της περιοχής του Κρασνογιάρσκ.

Παρ όλα αυτά οι συνθήκες είναι οικτρές ενώ παράλληλα δεν του αναγνωρίζουν κανένα πολιτικό δικαίωμα. Την άνοιξη του 1942 αλλάζει η στάση της πολιτείας απέναντι στον ίδιο, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία.

Σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας ανοίγουν εκκλησίες και ο λαός βρίσκει καταφύγιο στούς ναούς από την παραφροσύνη του πολέμου.

Για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες ο επίσκοπος Λουκάς προάγεται σε αρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ. Οι Γερμανοί υποχωρούν και ο αρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα, στο Ταμπώφ. Εκείνη την εποχή είναι υπεύθυνος για 150 στρατιωτικά νοσοκομεία.

Η Εκκλησία για να τον διευκολύνει τον μεταθέτει στην Αρχιεπισκοπή Ταμπώφ και Μιτσούρινσκ.

Το 1946 ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς βραβεύτηκε με το βραβείο Στάλιν για την ηρωική εργασία του στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, και για την μεγάλη προσφορά του στην ιατρική επιστήμη.



Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας – κήρυγμα – εξορία

Στα 70 του χρόνια γίνεται αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Εκεί το έργο του είναι δύσκολο. Η φτώχεια έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που αναγκάζεται να ταΐζει καθημερινά, στο σπίτι του, τους άπορους της περιοχής.

Στρέφει το ενδιαφέρον του στην εκκλησιαστική ζωή, καθώς τον αποκλείουν από κάθε επιστημονικό συνέδριο. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ανοίξουν οι εκκλησίες, ενώ δεν σταματά να κηρύττει το λόγο του Θεού.

Παράλληλα εξασκεί το έργο του ιατρού προσφέροντας αναργύρως τις υπηρεσίες του στον πάσχοντα άνθρωπο. Ακολουθώντας το υπόδειγμα του Θεανθρώπου όλη του τη ζωή «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος».

Το 1946 επιδεινώνεται η όρασή του, ενώ στις αρχές του 1956 τυφλώνεται οριστικά. Το 1953 τον Στάλιν διαδέχεται ο Νικήτας Χρουστσώφ, ο οποίος ξεκίνησε νέο κύμα διωγμών κατά της Εκκλησίας που κορυφώνονται το 1959.

Ο Αρχιεπίσκοπος μέριμνα για το ποίμνιό του και προσπαθεί να του δώσει κουράγιο. Κάνει τεράστιους αγώνες να κρατήσει ανοικτές τις εκκλησίες. Η αγάπη του κόσμου προς τον αρχιεπίσκοπο Λούκα ήταν έκδηλη. Ακόμα και αλλόθρησκοι ή άθεοι τον έβλεπα με σεβασμό.



Κοίμηση – ανακήρυξη σε Άγιο

Ο αρχιεπίσκοπος είναι ήδη 84 ετών. Διαισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Τα Χριστούγεννα του 1960 λειτουργεί για τελευταία φορά και για τον καιρό που απομένει, περιορίζεται στο να κηρύττει. Τελικά την Κυριακή 11 Ιουνίου 1961, ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της Αγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος-ιατρός Λουκάς Βόινο-Γιασενέτσκι.

Παρά την έντονη αντίδραση των κομματικών, η κηδεία του αρχιεπισκόπου έγινε με μεγαλοπρέπεια. Χιλιάδες άνθρωποι παραβρέθηκαν στην κηδεία του και έψαλλαν, ενώ ο δρόμος μέχρι το κοιμητήριο ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα. Από τότε ο τάφος του έγινε «Κολυμβήθρα του Σιλωάμ».

Αμέτρητα τα θαύματα του.

Το Νοέμβριο του 1995 η Ρωσική Εκκλησία προέβη στην επίσημη αγιοκατάταξη του αρχιεπισκόπου Λουκά. Στις 17 Μαρτίου 1996 έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του, που τέθηκαν για λαϊκό προσκύνημα στο ναό του κοιμητηρίου, αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Πάντων.

Τα λείψανά του εξέπεμπαν μια άρρητη ευωδία, ενώ πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν θαυματουργικά. Ανάμεσα στα λείψανα του βρέθηκαν άφθαρτα τα μάτια του, ο εγκέφαλος, οι πνεύμονες και η καρδιά του. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996, τα λείψανα του μεταφέρθηκαν στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος.

Η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 11 Ιουνίου, επέτειο της κοίμησής του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου