Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Ένας άγιος Πατριάρχης, ένας ποιητής και μια κλειστή πύλη...



Του Κώστα Ζουρδού, θεολόγου

Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου παραμένει κλειστή και σφραγισμένη μέχρι και σήμερα. Κοντά δύο αιώνες. Και θα παραμείνει για πάντα. Για να θυμίζει ότι εδώ σε αυτό το σημείο κρεμάστηκε το άψυχο κορμί του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Δεν ήταν απλά το σώμα ενός ανθρώπου. Δεν ήταν το άψυχο σώμα ενός Πατριάρχη. Ήταν ένα ολόκληρο Έθνος κρεμασμένο από αυτήν την πύλη. Η Ελλάδα ολόκληρη. Η λαϊκή παράδοση λέει πως η πύλη θα ανοίξει και πάλι. Αυτή την φορά για να εισέλθει και πάλι όλος ο ελληνισμός στην ποτισμένη με αίμα γη του με μπροστάρη τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ που θα ανοίξει ο ίδιος την πύλη με τον κρότο που έπεσε η πύλη του άδη στην αναστάσιμη πορεία ολοκλήρωσης του Χριστού.



Ήταν ξημερώματα  Κυριακής  25 Απριλίου του 1871. Μια ακόμα Κυριακή, απλή, συνηθισμένοι ή μάλλον έτσι νόμιζαν οι κάτοικοι του Πειραιά και τις πρωτεύουσας. Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν μελωδικά και αναστάσιμα. Όχι με τον συνηθισμένο ήχο που καλούσε τους πιστούς στην Εκκλησία για την Κυριακάτικη αναστάσιμη σύναξη. Οι κάτοικοι της Αθήνας και του Πειραιά, ξυπνούν ξαφνιασμένοι και ο ένας ρωτάει τον άλλον για το απρόσμενο αυτό ξύπνημα. Την ίδια στιγμή στο λιμάνι του μπαίνει το  Πειραιά ατμόπλοιο «Βυζάντιο» από την Οδησσό με  τα ιερά λείψανα του Γρηγορίου του Ε΄. Ο οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος επιστρέφει στην πατρώα γη. Εκείνη τη χρονιά συμπληρώνονταν πενήντα χρόνια από την ημέρα του απαγχονισμού του Πατριάρχη στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου.


Μια άλλη Κυριακή στις 10 Απριλίου του 1821, ο Πατριάρχης Γρηγόριος τελεί την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία μέσα σε κλίμα βαθειά συγκίνησης και κατάνυξης. Τα νέα από την σκλαβωμένη Ελλάδα έχουν φτάσει. Οι στιγμές είναι κρίσιμες και ιστορικές. Ο Πατριάρχης έχει νιώσει τις δύσκολες στιγμές του Έθνους αλλά και τις τελευταίες δικές του. Τα  νέα για την εξέγερση των ελλήνων έχουν φτάσει και στον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ ο οποίος πιεζόμενος από τον όχλο και τους φανατικούς συμβούλους του, πήρε την απόφαση για την εξόντωση των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Κύπρο. , Για να προχωρήσει έπρεπε να έχει τον φετφά, επίσημη γνωμοδότηση επικυρωμένη από τον Σεϊχουλισλάμη, την ανώτατη δικαστική αρχή των Οθωμανών. Σεϊσουλισλάμης τότε ήταν ο Χατζή Χαλήλ, ανθρωπιστής, με ισχυρές ηθικές αντοχές και πολιτικό σθένος. Με θάρρος αρνήθηκε να εκδώσει αμέσως φετφά για τη γενική σφαγή των Ελλήνων και ζήτησε χρόνο να σκεφτεί βασιζόμενος στο Κοράνι που απαγόρευε τη σφαγή αθώων.  Ο Πατριάρχης πρόφτασε να διαβεβαιώσει τον Χατζή Χαλήλ εφέντη ότι το Γένος ήταν αθώο της επαναστάσεως. Ο Γρηγόριος Ε’, για να σώσει το ποίμνιό του από τη γενική σφαγή, αφόρισε τον Υψηλάντη. Με τον τρόπο αυτό ο Πατριάρχης διαχώρισε κατά ένα τρόπο τη θρησκευτική ηγεσία από την επανάσταση, για να αποτρέψει την έκδοση φετφά.


Την ίδια μέρα και λίγο αργότερα, ο Σουλτάνος καθαιρεί τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και διατάζει την περιφορά του στην Πόλη για να τον φτύνει ο όχλος και να τον κακοποιεί. Μετά από αυτόν βάναυσο εξευτελισμό ο Πατριάρχης θα βρεθεί κρεμασμένος από τους τούρκους στην Μεσαία πύλη του Πατριαρχείου, με εντολή του Σουλτάνου το άψυχο σώμα θα μείνει στην θέση αυτή για τρείς ημέρες. Κατόπιν παρέδωσε τη σορό του στον όχλο, που, αφού την έσυρε στους δρόμους, περιγελώντας και βρίζοντας, την έριξε στο Βόσπορο. Τη σορό του Πατριάρχη μάζεψε από τη θάλασσα ένας Κεφαλλονίτης καπετάνιος και τη μετέφερε στην Οδησσό που κηδεύτηκε επίσημα και έμεινε εκεί μέχρι το 1871.


Η μεταφορά τον λειψάνων του Πατριάρχη τον Απρίλιο του 1871, από τον Πειραιά μέχρι τον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών ήταν συγκλονιστική. Την ημέρα της μεταφοράς στις 8:45 ακούστηκε ο πρώτος κανονιοβολισμός από το λόφο Νυμφών αναγγέλλοντας την έναρξη της μεγαλειώδους πορείας. Τα τηλεβόλα έριχναν κάθε ένα λεπτό μια ριπή στον αέρα μέχρι την άφιξη του λειψάνου στον Μητροπολιτικό Ναό. Την πορεία άνοιγε η έφιππη χωροφυλακή, ακολουθούσε η μουσική της φρουράς Αθηνών, το πεζικό, το πυροβολικό, το ιππικό τάγμα, οι σαλπιγκτές. Οι μουσικές παιάνιζαν πανηγυρικά εμβατήρια, «εκ διαδοχής και άνευ διαλειμμάτων».


Ακολουθούσαν επιζώντες αγωνιστές, ο Σταυρός, «τα εξαπτέρυγα πάντων των εν Αθήναις ναών», οι μαθητές της Εκκλησιαστικής Ριζαρείου Σχολής, οι ηγούμενοι των μοναστηρίων, ιερείς. Τις ταινίες από το φέρετρο κρατούσαν αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι. Αμέσως μετά το φέρετρο προχωρούσε ο Βασιλεύς Γεώργιος «φορών στολή στρατηγού, μετά του μεγαλοσταύρου του Σωτήρος, δεξιά αυτού η Βασίλισσα Όλγα. Δεξιά της Βασιλίσσης επορεύετο το υπουργικόν συμβούλιον, αριστερά δε του Βασιλέως, ο πρόεδρος, οι αντιπρόεδροι και οι γραμματείς της Βουλής. Ακολουθούσαν βουλευτές, δικαστικοί, πολιτικοί και στρατιωτικοί ανώτεροι, καθηγητές, ο Δήμαρχος της Αθήνας με το δημοτικό συμβούλιο, ενώ πλήθος κόσμου συνωθούνταν από τον ηλεκτρικό σταθμό μέχρι την Ερμού. Οι οικείες ήταν σημαιοστολισμένες και τα παράθυρα γεμάτα κόσμο. Όταν η λάρνακα έφτασε στη Μητρόπολη, ο Βασιλέας «έδωκεν συνδρομή και ιδίοις χερσίν ανασηκώσας αυτήν». Την ώρα που η λάρνακα έμπαινε στο ναό εψάλησαν οι εννιά αναστάσιμες ωδές. Οι περιγραφές αυτές γέμισαν τις σελίδες των εφημερίδων της εποχής.


Ένα χρόνο μετά στις 25 Μαρτίου 1872, το Πανεπιστήμιο Αθηνών για να αποδώσει τιμή στον Πατριάρχη Γρηγόριο, πραγματοποιεί τα αποκαλυπτήρια της προτωμής του στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου. Η Πρυτανεία από το 1869 είχε αναθέσει στον ανάθεσε στον γλύπτη Γεώργιο Φυτάλη τη φιλοτέχνηση του ανδριάντα του Πατριάρχη. Τη δαπάνη ανέλαβε ο Γεώργιος Αβέρωφ. . Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, στην αριστερή πλευρά της πρόσοψης, συμμετρικά με τον ανδριάντα του Ρήγα Φεραίου. Ο Πατριάρχης αποδίδεται σε μέγεθος μεγαλύτερο του φυσικού, όρθιος, σε μεγαλοπρεπή στάση. Με το αριστερό χέρι στηρίζεται στη μπρούντζινη ποιμαντική ράβδο, ενώ το δεξί χέρι απλώνεται χαρακτηριστικά προς τα εμπρός.


Στην τελετή ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης είχε απαγγείλει ένα ποίημα προς τιμήν του Πατριάρχη. Η απαγγελία διήρκεσε αρκετή ώρα, με τόνο φωνής ικανό να φέρει τους στίχους του μέχρι το πιο απομακρυσμένο σημείο της πλατείας. Δεν ήταν μόνο οι λυγμοί από τη συγκίνηση του πλήθους που ακούστηκαν εκείνη την ημέρα στα Προπύλαια. Ήταν επευφημίες του κόσμου που για πρώτη φορά άκουγε σε γλώσσα που μπορούσε να κατανοήσει την αιματηρή ιστορία της εθνικής αναγέννησης. Το ποίημα ήταν γραμμένο στη δημοτική. Μόλις ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ολοκληρώνει να απαγγελία, κατευθύνεται στον Βασιλέα Γεώργιο και του παραδίδει το χειρόγραφο.


Η απαγγελία του ποιητή ραγίζει το πλήθος. Εκείνη όμως την ημέρα, η μεγάλη συγκίνηση και ένταση ραγίζει και την καρδιά του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Την ημέρα της απαγγελίας του ποιήματος ο Βαλαωρίτης υπέστη το πρώτο καρδιακό επεισόδιο. Λίγο πριν είχε απευθυνθεί στο συγκινημένο πλήθος με το ποίημα που έγινε αιώνιο σύμβολο της ελευθερίας και διαχρονικό σύνθημα αφύπνισης: «Πώς μας θωρείς ακίνητος, πού τρέχει ο λογισμός σου […] το μάρμαρο μένει βουβό και θε να μείνει ακόμα, κοιμάται κι ονειρεύεται και τότε θα ξυπνήσει, όταν τα δάση στα βουνά, στα πέλαγα βροντήσει, το φλογερό μας κήρυγμα, χτυπάτε πολεμάρχοι, Μη λησμονείτε το σχοινί παιδιά του Πατριάρχη»….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου