Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Η ανθρωπιά του Χριστιανού είναι να μην μένει στον μικρό του τον Παράδεισο….



Της Γαλάτειας Γρηγοριάδου – Σουρέλη

 Στις 18 Φεβρουαρίου του 1997 ο Σύνδεσμος Επιστημόνων Πειραιώς οργάνωσε και πραγματοποίησε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, εκδήλωση τιμής και αγάπης για τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς Καλλίνικο, με την ευκαιρία της εισόδου του στο 20ο έτος Ποιμαντορίας του στον Πειραιά. Στην εκδήλωση μεταξύ άλλων μίλησε και η Συγγραφέας κ. Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη:

«Μια φορά λέει ο μύθος, το Νερό, η Φωτιά κι Ανθρωπιά, που ήταν συντροφιά, αποφάσισαν, λέει, να χωρίσουνε. Και ρώτησαν το Νερό. Όταν σε χρειαστούμε που τάχα θα σε βρούμε; Και το Νερό απάντησε: Όπου λιβάδι και δεντρί θα είμαι εκεί. Ρωτήσανε και την φωτιά. Όπου καπνός εκεί θα είμαι και εγώ. Ρωτήσανε την Ανθρωπιά. Κι  η Ανθρωπιά απάντησε απλά: Την Ανθρωπιά, όπου και αν πας, πρέπει μαζί σου να την κουβαλάς! Κι ο χριστιανός ο άνθρωπος, που θέλει Θεό και ανθρωπιά νάχει αγκαλιά, τι κάνει, Θέ μου; Ρωτάει ένας καλόγερος που είναι εκεί, απάνω στα Μετέωρα. Τι κάνει; Ρωτάει τον Θεό και τον εαυτό του τον ρωτάει ετούτος ο καλόγερος. Τι κάνει; Η ανθρωπιά του Χριστιανού είναι να μην μένει στον μικρό του τον Παράδεισο, του απαντάει ο εαυτός του. Η χριστιανική ανθρωπιά είναι: Να ταΐζει τους πεινασμένους. Να ντύνει τους γυμνούς. Να επισκέπτεται τους φυλακισμένους, αυτούς τους ελάχιστους, αδελφέ μου. Γραμμένη στη Γραφή, από το στόμα του Κυρίου, η απάντηση: Και είναι πιο ελάχιστος αδελφός από τα ορφανά παιδιά; Αυτό σκέφτεται ο καλόγερος που αφήνει τα Μετέωρα και φθάνει στην Αθήνα. Τα ορφανά παιδιά! Σπιτώνει, το λοιπόν, ντύνει, ταΐζει, ζεσταίνει, χουχουλιάζει εκεί στον Προφήτη Ηλία τα ορφανά. Το ορφανοτροφείο στήθηκε. Μα όλοι δα το ξέρουμε πως Άρτος είναι ο Λόγος του Θεού. κι ο ρασοφόρος αρχινά το κήρυγμα. Φρέσκο, ολόφρεσκο λαχταριστό ψωμί στον πεινασμένο τον Λαό, εκεί απάνω στο Παγκράτι. Μα πόσοι τρώγαν από τούτο το ψωμί; Οι ενορίτες, ναι, κι αυτοί που μάθαιναν σιγά-σιγά γιατί αυτά ακούγονται – πως γίνεται κήρυγμα γερό, σωστό, κει πάνω. Μα πόσοι μένουν ατάιστοι, πόσοι λιμοκτονούνε. Κι όσο κι αν φαίνεται παράξενο – γίνονται και μερικά περίεργα στον κόσμο – τούτος ο ρασοφόρος μας γίνεται Δεσπότης.



Κι έρχεται εδώ στον Πειραιά, μαζί κι η Ανθρωπιά του. κι έρχεται εδώ για να βρει να ταΐσει τα ελάχιστα αδέρφια του Χριστού. Και λεν οι ιερείς του πως, όσους ήταν παντρεμένοι, αλλιώς τους φρόντιζε. Έγνοια του μη στερηθεί σε τίποτα το σπίτι του παπά. Και λεν ακόμη – κι αλήθεια λένε – πως στην εξομολόγηση, σαν άκουγε τον λαϊκό να δέρνεται: «Έκλαψα Δέσποτα, γιατί πεινάνε τα παιδιά μου κι είμαι χωρίς δουλειά» του ‘βαζε, λέει αλαφρύ το επιτίμιο. Κι ύστερα: «Εμείς οι δύο θα πρέπει να τα ξαναπούμε» έλεγε. «Τη Δευτέρα θα σε καρτερώ». Κι αυτό για να του βρει δουλειά, να τον βολέψει. Κι αυτό γιατί κορμί έχει ο άνθρωπος και θέλει τάισμα κι αυτό. Ναι, φροντίδα και το κορμί του ανθρώπου θέλει. Κι έτσι να το γηροκομείο, κι έτσι μη τα πολυλογώ, 800 μερίδες φαγητό, κάθε, μα κάθε, μέρα πιάτα αγάπης δίνονται σε αυτούς που τόσο ανάγκη έχουνε. Κι αυτά τα νέα σημερινά αλαλιασμένα μας παιδιά τι θα τα κάνουμε Θεέ μου; Στα 100 τα 30 να αποθάνουν θέλουνε. Το ακούς, Θεέ μου; Άρτο χρειάζονται τα νέα μας παιδιά και Άρτος ο Χριστός και πήγαινε να δεις να λιμπιστείς τα νιάτα στις κατασκηνώσεις να ζηλέψεις. Κι είναι φωνή και κάλεσμα στα νιάτα: Έλα να δεις πως και άλλη ζωή υπάρχει. Ζωή με ιδανικά. Πίστη και Ελλάδα, να, στο πιάτο σου. με το τραγούδι και το γέλιο προχώρα. Ανδρεία, θάρρος βάλε στην καρδιά σου, ζει ο Θεός. Μην το πιστέψεις πως απέθανε.


Έλα να μάθεις πως παλεύουνε οι Χριστιανοί. Έλα! Όλοι μαζί, στο τέλος νικητές! Κι έρχονται τα νιάτα, γιατί εμπιστεύονται αυτόν που τους μιλάει γνήσια. Και πήγαινε να κοιμηθεί, να ξαποστάσει μια στάλα ο Δεσπότης, και τον σκουντάει ο λόγος του Παύλου: «Πολύς ο θερισμός και οι εργάτες λίγοι». Μα κοίτα τα παπούτσια μου! Λιώσανε από το τρέξιμο. Κοίταξε τα ποδάρια μου. Πονάνε. Μα: «Αλλοίμονο αν δεν ευαγγελίζομαι», επέμενε ο Παύλος. Και γράφει και βαρένουνε τα βλέφαρα. Το χέρι πια επιάστηκε, μα ο Παύλος επιμένει. Αλλοίμονο αν δεν ευαγγελίζομαι. Και τότε είπε το απίθανο: «Σταθμό ραδιοφωνικό πρέπει να κάνω». Κι όλοι γελάσαμε με τούτο που ακούσαμε. Δε γίνονται αυτά. Θέλει λεφτά μια τέτοια ιστορία. Και μηχανήματα και ανθρώπους κι άντε να βρεις κι από τα δύο. Και βρήκε. Και δέκα οι αναμεταδότες και ταΐστηκαν πεινασμένοι και ντύθηκαν γδυτοί και λευτερώθηκαν φυλακισμένοι. Και να, νυχτερινή ακόμα ζώνη έγινε για τους νυχτοπερπατητές λιμοκτονούντες. Αλλά ο Παύλος δεν ησύχασε. Μονάχα φώναζε: «Αλλοίμονο αν δεν ευαγγελίζομαι». Και περιοδικό είπε ο Δεσπότης πως θα βγάλει. Ετούτο μάλλον εύκολο. Φυλλάδιο θα είναι, είπαμε. Δισέλιδο, άντε και τέσσερις σελίδες. Και βγήκε περιοδικό, που το λιμπίζεσαι καθώς το βλέπεις και το δικό σου το μυαλό σαλεύει στην θεωρία του. Και όλα αυτά από κάποιον που  δε χόρτασε το βλέφαρο του ύπνο, τα πόδια του δεν στάθηκαν στιγμή κι αυλή δεν είχε την Επισκοπή του, γιατί αυλές δεν έχει ο Χριστός. Κάποιον που έχει ανθρωπιά Χριστιανική. Το να είσαι φτωχός ή πλούσιος είναι θέμα συγκυριών. Το να είσαι άνθρωπος είναι θέμα αγώνα. Κι αυτός ο ρασοφόρος ήξερε αυτό που από την αρχή στη φωτιά και στο νερό είπε η ανθρωπιά, πως πρέπει με αγώνα δηλαδή να την κρατήσεις. «Τι χαριέν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος είη». Τι χαριτωμένος είναι ο άνθρωπος, όταν είναι Χριστιανός άνθρωπος. Ας τον ευλογεί αυτόν τον Δεσπότη ο Θεός!».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε  στο Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία τον Μάρτιος του 1997.

Επιμέλεια: Κώστας Ζουρδός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου