Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Μάνα



 Του Γεώργιου Σουρέλη

Είμαστε πέντε, πέντε κλωσσοπουλάκια που κουρνιάζαμε κάτω από την στέγη της αγάπης σου. Τσιμπολογούσαμε τα χάδια σου και κορφολογούσαμε τη λεβάντα και την ασφάλεια που ανάδινε η ποδιά σου! Τα κυριακάτικα πρωινά ζωγράφιζες μέσα στους δρόμους της μικρής μας πολιτείας τις πιο ωραίες εικόνες εσύ στη μέση, κι εμείς από εδώ και από κει. Πορευόμαστε προς την εκκλησία, την άλλη μάνα μας. Ακούμπαγα, μάνα μου, το βρεγμένο με δάκρυα μούτρο μου και η γλυκειά σου φωνή: «σώπα γιόκα μου», άναβε φωτάκια κρυφόγελων στα μουσκεμένα μάτια μου και φωτιές ηλιαχτίδων στην καρδιά μου!


Με κράταγες απ’ το χέρι, και μου ‘λεγες: Έλα αγόρι μου πάμε! κι εγώ σ’ ακολουθούσα όπως ακολουθούν οι ψυχές τον άγγελο τους όταν τις οδηγεί στον παράδεισο, σίγουρος πως κάποιο παράδεισο θα άνοιγες κι εσύ με κανένα γλειφιτζούρι, όπως λέγανε τότε τον παράδεισο! Χάιδευες με τα ακροδάχτυλά σου το πυρωμένο μου μέτωπο και σκούπιζες μαζί με τον ιδρώτα και τον πυρετό της αρρώστιας μου. Μυστικά ιάματα, μητρογέννητες γιατριές, χύνοντας από τα δάχτυλα σου κι έδιωχναν τα βρόμικα πνεύματα της ανημποριάς απ’ την ύπαρξη μου. Άγγελος θεραπευτής η παρουσία σου στο προσκέφαλο μου. Η ανάσα σου αύρα παρηγοριάς, ήλιος χειμωνιάτικος μέσα στις ομίχλες των παιδιάστικων φόβων μου.


Μάνα μου, πάντα σε θυμάμαι με το φορτίο μιας έγνοιας στα μάτια σου! Ανάδινες πάντα, την ευωδία μιας μελένιας κούρασης, που δεν το ‘βαζε κάτω με τίποτα και που έσπρωχνες τις αντοχές σου στα ακρότατα όρια τους! Τώρα που έφυγες μάνα μου, πελώρια η σκιάσου μέσα στα βοσκοτόπια της μνήμης, διώχνει τα λιόπυρα της μοναξιάς και μετριάζει τους καύσωνες της λύπης. Άγιο το όνομα σου μητέρα, άγιο και τιμημένο, και τώρα και αύριο και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία τον Μάρτιο του 1999

Επιμέλεια: Κώστας Ζουρδός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου