Απόσπασμα από την ομιλία της ποιήτριας Κικής Δημουλά
Η πλάνη
Ζητώ από τον παρόντα χρόνο να μου διαθέσει ένα δυο χειροδύναμα δευτερόλεπτα, να βοηθήσουν να ισορροπήσει η επικίνδυνα κλυδωνιζόμενη ψυχραιμία μου, εξ αιτίας του ότι προσέρχομαι να δώσω εισητήριες εξετάσεις στην ανωτάτη αποδοχή σας. Με βλέπω στους επιλαχόντες, και δικαίως, αφού, στο μάθημα της φιλοδοξίας ή της έπαρσης, παραμένω αδιάβαστη... Πρέπει να αιτιολογήσω αυτή την έλλειψη ψυχραιμίας. Επιστήμονας δεν είμαι ως γνωστόν. Είμαι ένας αυτοσχέδιος άνθρωπος. Ο εαυτός μου με ανάγκασε να είμαι. Με είδε ο Θεός που ήταν αρμόδιος να επιβλέπει την ποιότητα των αυθαιρεσιών και μου είπε: χάλια είσαι. Κάτσε να σε διορθώσω λίγο. Και κόλλησε στο πλευρό μου ένα καχεκτικό φτερό. Εγώ διαμαρτυρήθηκα: Ένα φτερό τι να το κάνω; Πώς θα πετάξω; Αυτό είναι δική σου υπόθεση. Προσπάθησε, μου απάντησε. Έκτοτε απλώς προσπαθώ. Σπανίως και χαμηλά πετάω, συστηματικά δε πέφτω και σωριάζομαι επάνω στην αβέβαιη φύση μου. Αυτά. Τώρα. Δικαίως θ’ αναρωτηθείτε γιατί έδωσα ένα εντελώς αντιεπιστημονικό και κάπως υπόπτου ηθικής τίτλο, σ’ αυτόν τον έντιμα, συγκινημένο χαιρετισμό που απευθύνω σε σας, και σε τούτο μάλιστα το χώρο, τον ταγμένο και στην καταπολέμηση της πλάνης, μέσω της θαυματουργού παιδείας. Υπάρχει απάντηση. Αλλά την κρατάω για το τέλος. Μήπως το διασκεδάσω λίγο, επειδή κι αυτό το καημένο, όπως και κάθε τέλος, είναι θλιμμένο καθώς έχει πια χάσει την προσφιλή σε όλους μας συνέχεια. Εν τω μεταξύ, θα επιχειρήσω να κάνω μια εντελώς αδόκιμη προσέγγιση της πλάνης, πλέκοντας το εγκώμιό της, με το ίδιο όμως νήμα με το οποίον θα πλέκω συγχρόνως και τον ψόγο της. Η πλάνη έχει κοινωφελή δραστηριότητα αλλά και φάρμακα, που ναι μεν θεραπεύουν το πάσχον σημείο, αλλά βλάπτουν τη γείτονα αθώα περιοχή. Η λειτουργία της πλάνης συνδέεται στα σημεία, με κείνη των ονείρων. Όνειρα και πλάνη αλληλοσυμπληρώνουν την ανθρωπιστική τους δράση. Η ευεργεσία των ονείρων συνίσταται κυρίως, στο ότι υπερπηδούν το εμπόδιο της πραγματικότητας, αψηφώντας το αδύνατον, κι έτσι, ένα σωρό πεινασμένα απραγματοποίητα, μπορούν να γεύονται ολίγην απολαυστική ψευδαίσθηση, οι δε εξόριστες από τη ζωή παρουσίες προσώπων, να παίρνουν άδεια εισόδου και να επισκέπτονται νύκτωρ και εν τάχει, την αγαπημένη τους πατρίδα που είναι η Ύπαρξη. Ξαναφεύγουν κρυφά, αμέσως μόλις πάει για ύπνο η σκοπιά των άστρων, κι αναλαμβάνει τη φύλαξη της τροχιάς, το δειλό στην αρχή, και σαν έτοιμο να μετανοήσει ξημέρωμα. Και τη μεν άφιξη των ονείρων, την υποδέχεται ο ύπνος μας εν χορδαίς και οργάνοις, αλλά την αναχώρησή τους την πληροφορείται καθυστερημένα, η λύπη της αφύπνισής μας. Όσο για την πλάνη, αυτή έχει μια πιό περίπλοκη δραστηριότητα από κείνη των ονείρων. Το φως της ημέρας, δεν δυσκολεύει καθόλου τη μανιώδη φιλοδοξία της να επικρατήσει, για να δειχθεί ενίοτε, πιο φιλική απέναντί μας, από όσο είναι η ασυγκίνητη αυστηρότητα του σωστού.