Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Μητροπολίτης Μεσσηνίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Μόνο με το διάλογο θα πετύχουμε την ειρηνική συμβίωση


"...είναι ο μόνος παράγοντας που θεμελιώνει τη συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών Θρησκειών και Θρησκευτικών πολιτισμών"

Οι τρόποι με τους οποίους οι Θρησκείες και οι Εκκλησίες θα μπορέσουν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην εδραίωση και έμπρακτη εφαρμογή των αγαθών της ειρήνης, της καταλλαγής και της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών και μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες βρέθηκαν στο επίκεντρο ομιλίας του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, με θέμα «Οι θρησκείες και οι Εκκλησίες, παράγοντες ειρήνης, καταλλαγής και αλληλεγγύης», την οποία πραγματοποίησε το απόγευμα της Τρίτης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Όπως σημείωσε ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, ο οποίος είναι και Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το ζήτημα αυτό θα πρέπει να απασχολεί και να προβληματίζει όχι μόνο τον πολιτικό κόσμο αλλά και τους θρησκευτικούς  και εκκλησιαστικούς ταγούς και εκπροσώπους, αφού πλέον οι Θρησκείες και οι Εκκλησίες καλούνται να αναλάβουν πρωταρχικό ρόλο στην διαμόρφωση του νέου μοντέλου κοινωνίας, τόσο στον ευρωπαϊκό, όσο και στον παγκόσμιο χώρο.

 
Μιλώντας για την σημερινή πραγματικότητα στην Ευρώπη, η οποία χαρακτηρίζεται από θρησκευτική πολυμορφία, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας υπογράμμισε ότι τίθενται ορισμένα ζωτικής σημασίας  ερωτήματα, τα οποία ανοίγουν και πάλι τη συζήτηση σχετικά με το δημόσιο ρόλο της Θρησκείας στις μοντέρνες κοινωνίες αλλά και τη συμβολή τους στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, αφού - όπως τόνισε - οι Θρησκείες δίνουν νόημα και κίνητρο στην λειτουργία της κοινωνίας, η οποία έχει κυρίως ανάγκη από την ηθική της θρησκευτικής νοηματοδότησης.
"Η θετική προοπτική αυτής της κοινωνιολογικής θεώρησης της Θρησκείας προσδίδει στην ίδια τη Θρησκεία τη κοινωνική της διάσταση, και τη δυνατότητα να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους, ενώ η δημόσια δράση η η συνεισφορά της δεν εμποδίζεται αλλά μάλλον προστατεύεται από τις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Συμβάσεις και Διακηρύξεις  για τα δικαιώματα του ανθρώπου.Επιπλέον, ακόμη μία θετική κατανόηση της Θρησκείας μέσα στην ανοικτή ανθρώπινη κοινωνία, αποτελεί η υπεράσπιση από μέρους της των αρχών της σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας (ατομικά δικαιώματα, ανεκτικότητα, σεβασμός του άλλου),  της αποδοχής της κοινωνίας των πολιτών και του πλουραλισμού και της συμβολής της Θρησκείας στην επίτευξη όλων των ανωτέρω στα πλαίσια της ελεύθερης δημιουργικότητας, ως κοινωνικού και πολιτιστικού φορέα για το σύνολο της κοινωνίας.Όλα τα παραπάνω είναι σημαντικά, επειδή δίδεται στη κοινωνία των πολιτών η δυνατότητα να αξιολογήσει και δημόσια πλέον την κάθε Θρησκεία, όχι μόνο ως προς την αυθεντικότητα και τη γνησιότητα του λόγου της, αλλά και ως προς την αποτελεσματικότητα των δράσεών της και των έργων της", επισήμανε ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας.
"Η συνάντηση όμως ή η συνύπαρξη των λαών, κρατών και εθνών, τόσο σε επίπεδο ευρωπαϊκό, όσο και παγκόσμιο, απετέλεσε τη βάση επαφής και διαλόγου μεταξύ των Θρησκειών χωρίς να μετεξελίσσεται σε έναν διάλογο ομοιομορφίας, συγκρητισμού ή αφομοιώσεως, αλλά σε μία ειλικρινή ανταλλαγή απόψεων και εμπειριών μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμών και Θρησκειών σε ζητήματα πανανθρώπινου ενδιαφέροντος, ενώ συγχρόνως οδήγησε και στην ανάπτυξη μιας συλλογικής δράσης και συνεργασίας για ένα καλύτερο αύριο, δικό μας αλλά και των επερχομένων γενεών. Για την  πραγμάτωση όμως όλων αυτών, χρειάζεται να απαλλαγούμε από το φοβικό σύνδρομο της θρησκευτικής πραγματικότητας και να οδηγηθούμε σε έναν διάλογο όχι μόνο μεταξύ των Θρησκειών αλλά και μεταξύ των Θρησκειών και της κοινωνίας", είπε ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος και πρόσθεσε: "Απαιτείται δηλαδή να αντισταθούμε έστω και επώδυνα σε όλα εκείνα τα κοινωνικά και θρησκευτικά μορφώματα, που συνηθίσαμε μέχρι σήμερα να μας προβάλλουν, και να απαγκιστρωθούμε από τους φόβους, τους μύθους και τις συμπλεγματικές αβεβαιότητές μας. Όλα αυτά, κατά το παρελθόν έδωσαν στις Θρησκείες το προσωπείο του φονταμενταλισμού, το οποίο όμως σκιάζει το εκσυγχρονιστικό στοιχείο του λόγου τους, και δημιούργησαν το σύνδρομο της μοναδικότητας και της αποκλειστικότητας της «μιας» Θρησκείας, η οποία επικαλύπτεται πολλές φορές και με τον μανδύα του νεοσυντηρητισμού. Το αποτέλεσμα; Δόθηκε χώρος σε θρησκευτικούς ηγέτες να εμφανισθούν και να δράσουν ως αυτόκλητοι σωτήρες, ενώ ενισχύθηκε η εσωστρέφεια, ως ο αντίποδας των συνεργασιών και της συναδέλφωσης με διακριτά τα χαρακτηριστικά της διαφορετικότητας. Τι συνεπάγονται όλα αυτά στην σχέση Θρησκείας και Κοινωνίας, δημόσιου χώρου και θρησκευτικότητας ; Ας θυμηθούμε μόνο τα παγκοσμίως γνωστά και τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου  και ο,τι ακολούθησε αυτά".
Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας τόνισε ότι η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δίδεται μόνο μέσα από τον διάλογο. "Οι Θρησκείες και οι Εκκλησίες θα  μπορέσουν να βοηθήσουν τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες να κατανοήσουν το ποιοτικότερο της ζωής και να προλάβουν έγκαιρα την εμφάνιση φαινομένων βίας, εκφράσεως μισαλλοδοξίας, δογματισμού, φονταμενταλισμού, κοινωνικού φανατισμού, μόνον όταν η αλήθεια αναδειχθεί μέσα από τη δυναμική της διαλεκτικότητας", σημείωσε και συνέχισε: "Μόνον ο διάλογος των πολιτισμών, των κοινωνιών και των Θρησκειών μπορεί να προάγει τον αμοιβαίο σεβασμό, την ειρηνική συμβίωση, την ανοχή του διαφορετικού, την ειρήνη, τη συνύπαρξη, τη δικαιοσύνη και τον πλουραλισμό, δίδοντας στις μεν κοινωνίες το στοιχείο πρόσβασης προς μία διαρκή νεωτερικότητα μακριά από κρίσεις πολιτισμικής ταυτότητας, στις δε Θρησκείες τη δυνατότητα να νοηματοδοτήσουν, με σεβασμό στην διαφορετικότητα, την ανάδειξη των στοιχείων εκείνων, μέσα από τα οποία δίδονται τα περιθώρια της δράσης και της αντίδρασης, της δόσης και της αντίδοσης, της μετάδοσης και της λήψης, αφού η πρακτική εφαρμογή του διαλόγου στηρίζεται πάντοτε στη σχέση του ανθρώπου που δίνει και του ανθρώπου που δέχεται η του πολιτισμού που προσφέρει «διακονικά» και του πολιτισμού που λαμβάνει «λυτρωτικά». Μέσα από αυτήν λοιπόν την διαλεκτική διαδικασία το αξιολογικό ερώτημα πλέον δεν είναι ποιος Πολιτισμός, ποια Εκκλησία ή ποια Θρησκεία είναι ορθή στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, αλλά πως, και ποιες λύσεις μπορούν να προτείνουν έμπρακτα στο αδιέξοδο των σημερινών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων αλλά και μεταξύ τους σε μία διαλεκτική με την κοινωνία".
Όπως εξήγησε ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας απώτερος σκοπός του διαθρησκειακού αυτού και πολυπολιτισμικού διαλόγου είναι:
α) Ο προσδιορισμός του πλησίον, ανεξαρτήτως Θρησκείας, πολιτικής πεποιθήσεως η εθνικής προελεύσεως. 
β)  Η χωρίς προϋποθέσεις προσφορά αλληλεγγύης και έμπρακτης αγάπης προς τις ανάγκες αυτού, και 
γ) Η θεμελίωση δίκαιων και ανθρωπίνων σχέσεων εντός των πλαισίων λειτουργίας των κοινωνικών δομών. Μέσα λοιπόν από αυτή τη διαδικασία οι Θρησκείες μπορούν να συμβάλλουν θετικά και ουσιαστικά στη συγκρότηση και διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, με την διαδικασία της πολιτισμικής αλληλοπεριχώρησης και τη διατήρηση της διαφορετικότητας.
Στη συνέχεια της ενδιαφέρουσας ομιλίας του ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας σημείωσε ότι απαιτείται "ένας εσωτερικός αυτοέλεγχος και μία ειλικρινής μετάνοια, στοιχεία τα οποία σηματοδοτούν την αναθεώρηση πολλών προσωπικών αντιλήψεων, νοοτροπιών και πρακτικών, ενώ συγχρόνως αποτελούν και την προϋπόθεση μιας σειράς αλλαγών σε θεσμικό επίπεδο και τη διαμόρφωση κάθε πολιτικής, προκειμένου να εδραιωθεί αυτός ο διάλογος μεταξύ των Θρησκειών και συγχρόνως να αποφευχθεί ο κίνδυνος δημιουργίας ή ίδρυσης μιας «νέας» θρησκείας, με την μετατροπή του θρησκευτικού πλουραλισμού σε θρησκευτικό συγκρητισμό. Μόνο μέσα από αυτή τη μορφή του διαλόγου μπορεί να μην σχετικοποιηθεί η "Αλήθεια" και να αναδειχθεί ο συνδυασμός της πιστότητας με την ανοικτότητα. Ο διάλογος γίνεται έτσι ένα βήμα πέραν από την ανοχή. Περιλαμβάνει την αναγνώριση ότι ο άλλος, ο διαφορετικός, υπάρχει όχι απλώς μόνο για να υπάρχει-αυτό είναι το νόημα της ανοχής-αλλά ως κάποιος που έχει κάτι να μου πει, το οποίο πρέπει να ακούσω πολύ σοβαρά, να το συσχετίσω με τις δικές μου ιδέες και να το κρίνω στο φως αυτών των ιδεών ή και να το υιοθετήσω ακόμη".
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας διευκρίνισε, "ότι η έννοια της ανεκτικότητας και της ανοχής δεν είναι μόνο ανεπαρκής αλλά στο βάθος της είναι και αρνητική, γιατί υποδηλώνει ένα αίσθημα υπεροχής που ταπεινώνει τον άλλο, τον διαφορετικό αυτόν που δεν συμφωνεί μαζί μας. Το αίσθημα αυτό δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με μία πλειονότητα που "ανέχεται" τη μειονότητα. Στο θρησκευτικό πεδίο μάλιστα μπορεί να ισχύει και για μία μειονότητα, αφού ο άλλος δεν είναι απλά "ανεκτός" αλλά είναι και αυτός μέρος του ευρύτερου πλαισίου, μέσα στο οποίο ζούμε".
Στη συνέχεια της ομιλίας του ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας υποστήριξε ότι ο διάλογος με τις Θρησκείες "θα πρέπει να μας θέσει ενώπιον των καυτών ζητημάτων του ανθρώπου, καθώς βρισκόμαστε στην τρίτη χιλιετία. Η Θρησκεία δεν υπάρχει χάριν της Θρησκείας, ακόμη δε λιγότερο χάριν των Θρησκειών. Η Θρησκεία είναι για τους ανθρώπους και για τη σχέση τους με τον Θεό, το συνάνθρωπό τους και την κτίση. Οι Θρησκείες πρέπει να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις των καιρών μας, καταθέτοντας προτάσεις που έχουν ζωτική σημασία για τους ανθρώπους, τις ανθρώπινες κοινωνίες και τον τρόπο συμβίωσης των ανθρώπων".
Αναφερόμενος στην πορεία που διαμόρφωσε τη σημερινή πραγματικότητα σημείωσε ότι οι εκφραστές της νεωτερικότητας έθεσαν ενστικτωδώς τη Θρησκεία στο κοινωνικό περιθώριο, αφήνοντας ωστόσο στον καθένα ξεχωριστά χώρο ελεύθερης δράσης, σύμφωνα με την ατομική του βούληση και θέληση. "Έδωσαν την δυνατότητα να θρησκεύει και να πιστεύει ο,τι αυτός ελεύθερα επιθυμεί, αρκεί να παραμείνει εντός των συνταγματικών ορίων της μη άσκησης του προσηλυτισμού. Έτσι η Θρησκεία από κοινωνικό γεγονός, που αφορούσε ένα σύνολο ανθρώπων στη δημόσια ζωή, μετατράπηκε σε ατομική υπόθεση του κάθε πολίτη. Η εξατομίκευση αυτή της Θρησκείας είχε ως τραγική συνέπεια τον πολιτιστικό και θρησκευτικό αποχρωματισμό των λαών, ενώ η νεωτερική αξίωση για οικοδόμηση της κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης χωρίς την ανάγκη ύπαρξης του Θεού οδήγησε στα σύγχρονα θρησκευτικά και κατ’ επέκταση κοινωνικά αδιέξοδα".
Όπως τόνισε, σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας, ο μονομερής περιορισμός της Θρησκείας από τους θεμελιωτές της νεωτερικότητας "ήρθε σ’ αντίθεση με την πολλαπλότητα και τη πολυτισμικότητα, που εμφανίστηκε στη μετανεωτερικότητα, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό έναν πολιτιστικό και θρησκευτικό αποχρωματισμό, τον οποίο ήρθε να τον αντικαταστήσει το φαινόμενο του φονταμενταλισμού".
"Έτσι ο φονταμενταλισμός αν και εμφανίστηκε ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης ενός ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ των θρησκευτικών πολιτισμών και παραδόσεων, εντούτοις φαίνεται ότι στο βάθος λειτούργησε θετικά για τις Θρησκείες, καθώς τις προκάλεσε να αναζητήσουν εκ νέου και να επανερμηνεύσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε από κοινότητες απόλυτου χαρακτήρα να μετατραπούν σε κοινότητες αλληλεγγύης, ειρήνης, αμοιβαίου σεβασμού και καταλλαγής, παρά τις ανυπέρβλητες διαφορές τους, και να κατανοήσουν ότι όλα αυτά καλλιεργούνται μόνο μέσα από  τον διαθρησκειακό διάλογο, με τον οποίον δεν επιδιώκεται η απόλυτη ενότητα, πράγμα που τις περισσότερες φορές διακρίνεται ως αδύνατον, αλλά η ειρηνική συνύπαρξη και συνεννόηση μεταξύ των κοινοτήτων, μέσα από την ελεύθερη έκφραση των βιωμάτων και των εμπειριών τους", συνέχισε ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος για να προσθέσει: "Η υποδειγματική αυτή πρακτική του διαθρησκειακού διαλόγου τελικά αποδεικνύει, ότι είναι ο μόνος παράγοντας που θεμελιώνει τη συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών Θρησκειών και Θρησκευτικών πολιτισμών, απωθώντας στο περιθώριο τις ιστορικές τραυματικές εμπειρίες, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώνει τόσο την αναγκαιότητά του, όσο και την αποτελεσματικότητά του".
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος επισήμανε ότι οι Θρησκείες και οι Εκκλησίες καθίστανται οι αδιαμφισβήτητοι και οι ισχυρότεροι και οι πλέον πειστικοί παράγοντες στον κόσμο, όταν δεν περιορίζονται μόνον στην σφαίρα της ιδιωτικής ζωής του προσώπου, αλλά διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο ως μοχλός κοινωνικής και θεσμικής κινητοποίησης σε πολλά επίπεδα. 
"«Στο χέρι των Θρησκειών είναι λοιπόν είτε να αυξήσουν τον πόνο που ζει ο κόσμος, είτε να συμβάλουν στην θεραπεία των δεινών», μέσα από τον διάλογο, ο οποίος αποτελεί  «δώρον Θεού». Οι Θρησκείες λοιπόν και οι Εκκλησίες του διαλόγου, της ειρηνικής συμβίωσης, της αλληλεγγύης και της ειλικρινούς θρησκευτικότητας - και όχι της υποκριτικής θρησκειοληψίας - με κέντρο τον άνθρωπο και τις κοινωνίες των πολιτών, πρέπει να αναζητήσουν να βρουν την θέση που τους αξίζει στην παγκόσμια οικογένεια, αυτό όμως προϋποθέτει και απαιτεί ότι θα πρέπει να βρουν τη θέση που τους αξίζει σε κάθε ανθρώπινη τοπική κοινωνία. Με τον τρόπο αυτό και μόνο θα μπορέσουν να καταστούν παράγοντες ειρήνης, καταλλαγής, αλληλεγγύης και κοινωνικής συνοχής", κατέληξε ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος.
Στο πλαίσιο της επισκέψεως του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με ευρωβουλευτές και αξιωματούχους της Ε.Ε. ενώ το απόγευμα της Τρίτης επισκέφθηκε την έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου όπου τον υποδέχθηκε ο επιχώριος Μητροπολίτης Παντελεήμων και οι συνεργάτες του.

Πηγή: Αμήν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου