Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Ο Θησαυρός



Της Σοφίας Κωνσταντινιάδου, Εκπαιδευτικού

Με το χάραμα κίνησε ο φτωχός ψαράς, να πάει στον γιαλό για να ψαρέψει. Κι ήταν η θάλασσα λάδι. Κι ήτανε καταγάλανος ο ουρανός. Κι ήταν η ακρογιαλιά πολύχρωμα βότσαλα γεμάτη. Κι ο ήλιος ολόλαμπρος ανέβαινε στο στερέωμα κι έντυνε με χρυσοφώς την πλάση. Ετοίμασε γρήγορα τα σύνεργα του. Τάχα θα ‘ταν πιο τυχερός σήμερα; Πάντα του ‘ρχεται στον νου η παροιμία: «Του ψαρά το πιάτο δέκα άδειο, μια γεμάτο». Η γυναίκα του και τα παιδάκια του θα τον καρτερούν με λαχτάρα. Ήταν φτωχοί, πολύ φτωχοί, μα τόσο αγαπημένοι. Ρίχνει και ξαναρίχνει τα’ αγκίστρι του και περιμένει. Το τσίμπημα τινάζει το χέρι του, π’ αρχίζει γρήγορα αν τραβά την πετονιά. Το καλαθάκι του σιγά σιγά γεμίζει λαχταριστά ψαράκια. Σήμερα γέμισε το πιάτο κι όλοι θα ‘ναι ευτυχισμένοι.



Μεσημεριάζει. Ώρα να γυρίσει, να γευτούν όλοι μαζί τα νόστιμα ψαράκια του στο μεσημεριάτικό τραπέζι. Μα , για δες! ανάμεσα στα βότσαλα ένα μικρό φουσκωτό σακουλάκι. Τα σκουντά με το πόδι του και ύστερα σκύβει και το πιάνει. Είναι καταγεμάτο πολύχρωμα, λαμπερά βότσαλα. Γεμίζει την χούφτα του και ξαναγίνεται παιδί. Ένα ένα τα πετά, όσο πιο μακριά μπορεί στην θάλασσα και παίζει και ξεκαρδίζεται, που οι κάτασπροι γλάροι βουτούν να τ’ αρπάξουν,  νομίζοντας τα τροφή. Για πότε άδειασε το σακουλάκι! Αρκετά διασκέδασε. Αδειανό πια το βάζει στην τσέπη του, ξαναπιάνει το καλαθάκι του και βιαστικά γυρίζει στο φτωχικό του.


Χαρούμενα τον περιτριγυρίζουν τα παιδάκια του καλωσορίζοντας τον κι η γυναίκα του παίρνει τα ψαράκια, για να τα ετοιμάσει να φάνε. Κι εκεί που τρώγανε, ύστερα από λίγο, τους είπε και για το σακουλάκι με τα πολύχρωμα βοτσαλάκια και το παιχνίδι του με τα θαλασσοπούλια. Γελάσανε όλοι τους με την καρδιά τους. Πήραν και το σακουλάκι στα χέρια τους και όπως το ψαχούλευαν, ένα τόσο δα λαμπερό βοτσαλάκι βρέθηκε στα δάχτυλα τους. Όλοι το καμάρωσαν και θαύμασαν τη λαμπάδα του και το έδειξαν και σε κάποιους φίλους. Κι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, σαν άκουσαν πως σίγουρα πρέπει να ήταν πολύτιμο πετράδι. Για δες ατυχία, φίλε μου, μουρμούριζε ο φτωχός ψαράς, να βρεθεί στα χέρια του ένας ολόκληρος θησαυρός και να τον σκορπίσει παίζοντας με τους γλάρους! Κατεβαίνει τρέχοντας στον γιαλό! Που να τον βρει όμως; Χάθηκε για πάντα…και εκείνος έμεινε φτωχός.


Μα κι ο κάθε χρόνος θησαυρός δεν είναι; Πολύτιμα πετράδια τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες του. ένας θησαυρός που μας τον χαρίζει με πολύ αγάπη ο Θεός Πατέρας. Ένας πραγματικός θησαυρός, που από εμάς εξαρτάται να τον αξιοποιήσουμε και να γίνουμε πλούσιοι πνευματικά ή να τον σκορπίσουμε ασυλλόγιστα και να μείνουμε φτωχοί σαν τον ψαρά του παραμυθιού…


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία τον Ιανουάριο  του 2002

Επιμέλεια: Κώστας Ζουρδός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου