Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Εκατό Χρόνια απο την γέννηση του Μητροπολίτου Πειραιώς Καλλίνικου!...



20 Σεπτεμβρίου 1926 - 20 Σεπτεμβρίου 2026! Α΄ ΜΕΡΟΣ

Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1926 γεννιέται στο Βαρθολομιό Ηλείας ο Κωνσταντίνος Καρούσος, ο Ιεράρχης που θα μεταμορφώσει μια ολόκληρη πόλη, θα επηρεάσει όσο κανένας άλλος την πορεία της εσωτερικής ιεραποστολής της Εκκλησίας της Ελλάδος, η δράση του θα φτάσει στα πέρατα του κόσμου, θα δημιουργήσει εποχή και θα γίνει ο αναμορφωτής της προσπάθειας αναγέννησης της εσωτερικής ιεραποστολής της Ορθοδοξίας στον αιώνα μας. 

Με αφορμή αυτή την επέτειο θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε τη ζωή του Μεγάλου Ιεράρχη και Γέροντα κυρίως στα πρώτα χρόνια της ζωής του μέσα από τις αφηγήσεις που μας άφησε σε ηλικία 80 ετών* αλλά και μέσα από προφορικές και γραπτές μαρτυρίες που έχουμε συλλέξει. 

 

Σε αφηγήσεις του για τα πρώτα χρόνια της ζωή του έχει ομολογήσει: "Το φως της ζωής είδα στην γενέτειρα μου, το Βαρθολομιό, μια πολίχνη τεσσάρων χιλιάδων κατοίκων, το 1926, όπως μου είπαν. Οι γονείς μου απλοί, αλλά έντιμοι άνθρωποι, ο πατέρας μου αρκετά διανοούμενος για την εποχή του και η μητέρα μου προσωποποίηση της θυσίας και της αγάπης. Μεγάλωσα σε ηθικό και συντηρητικό οικογενειακό περιβάλλον, χωρίς όμως καμιά ιδιαίτερη κλίση προς τα θρησκευτικά και την Εκκλησία. Πήγαινα στην Εκκλησία από απλή συνήθεια, χωρίς απολύτως καμία ιερατική και εκκλησιαστική κλίση. Ήμουν μανιώδεις αναγνώστης εφημερίδων από τα παιδικά μου χρόνια. Όταν εξερράγη ο πόλεμος της Γερμανίας εναντίον της Πολωνίας, το 1939, διάβαζα απλήστως τις εφημερίδες της εποχής. Και τότε μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ένα βιβλίο μεταφρασμένο στα ελληνικά με τίτλο «Λοχαγέ Ριχτόφερ, σώσε τη Γερμανία», που ανεφέρετο στα ανδραγαθήματα ενός Γερμανού πιλότου στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Ο πατέρας μου ήταν συνδρομητής του περιοδικού της «Ζωής», μα δεν το είχα ανοίξει ποτέ. Ούτε είχα διαβάσει ποτέ κανένα χριστιανικό βιβλίο. Αν και ήμουν δεκατεσσάρων προς δεκαπέντε ετών τότε, δεν είχα ποτέ μου εξομολογηθεί. Και προσευχόμουν τυπικά, με τις προσευχές που μου είχε μάθει η μητέρα μου».

Ο κληρικός που δημιούργησε την μεγαλύτερη εσωτερική ιεραποστολική προσπάθεια στην σύγχρονη ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, που άλλαξε τη ζωή εκατοντάδων ανθρώπων, στα πρώτα νεανικά του χρόνια, δεν είχε καμία κλίση στα θρησκευτικά ενδιαφέροντα και πήγαινε στην Εκκλησία από απλή συνήθεια. Ταπείνωση ή ακριβείς φανέρωση του σχεδίου του Θεού που εκείνος γνωρίζει πως θα ενεργήσει πότε και με ποιος τρόπους;

Το έργο του Κωνσταντίνου Καρούσου θα άξιζε μια ενδελεχή μελέτη γιατί μας αποκαλύπτει την σπουδαία πνευματική του προσωπικότητα, μας δείχνει το θέλημα του Θεού και τις ευεργεσίες πάνω στον φωτισμένο Γέροντα από τα πρώτα βήματα της ζωής του.

Ένα μεγάλο θαύμα ήταν εκείνο που του άλλαξε τον προσανατολισμό της ζωής: «Η μεγάλη περιπέτεια του πολέμου είχε για την προσωπική μου ζωή και μια πάρα πολύ μεγάλη ευεργεσία. Όπως προανέφερα, δεν είχα καμιά ιδιαίτερη κλίση προς τα θρησκευτικά και την Εκκλησία, ούτε είχα καμιά απολύτως ιερατική κλίση. Ήμουν ένα ήσυχο παιδί, με καλή οικογενειακή ανατροφή και μεγάλη αγάπη στα γράμματα. Είχα μια θεία θρησκευόμενη στη Γαστούνη, με αξιόλογη θρησκευτική βιβλιοθήκη. Μα ποτέ δεν της είχα ζητήσει να διαβάσω κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ευτυχώς ούτε άσχημα βιβλία είχα διαβάσει. Όμως ήρθε κάποια στιγμή η ώρα της Χάριτος. Ένα μεγάλο θαύμα τότε συνετελέσθη στην παιδική ψυχή μου. Αρχάς του 1941 ήρθε από το μέτωπο ελαφρά τραυματισμένος ένας πρώτος μου εξάδερφος, Κωνσταντίνος Καρούσος και εκείνος. Τότε η ψυχή μου ήταν πολύ πονεμένη, γιατί ο πατέρας μου είχε πέσει έξω στο εμπόριο του και με την αρχή της Κατοχής, το έχασε τελείως. Πονούσα ψυχικά, όταν τον έβλεπα πικραμένο πολύ τον πατέρα μου και όταν άρχισαν οι πρώτες σοβαρές ελλείψεις ακόμα και στην καθημερινή τροφή. Ο εξάδελφος Κωστής είχε γυρίσει από το μέτωπο αλλιώτικος άνθρωπος. Τότε οι στρατιώτες έβλεπαν την Παναγιά να προηγείται στο μέτωπο. Ο Κωστής ήρθε από το μέτωπο με πίστη ζωντανή στον Θεό, αλλαγμένος κυριολεκτικά. Είδε πονεμένο τον πατέρα μου και προσπάθησε να του δώσει κουράγιο, να του ανακουφίσει τον πόνο με λόγια χριστιανικής αγάπης και θερμής πίστεως στον Θεό. Αυτός ο παρηγορητικός λόγος του Κωστή προς τον πατέρα μου μίλησε απότομα και δυνατά στην καρδιά μου. Μου ήλθε στο νου η σκέψη: «Να γίνω και εγώ σαν τον Κωστή, παρηγορητής των ανθρώπων». Από τη στιγμή εκείνη άναψε φλόγα θρησκευτική και πνευματική στην καρδιά μου. Ο Θεός μίλησε στην ψυχή μου. Μέσα μου κάτι άλλαξε αμέσως. Τα μάτια μου άνοιξαν σε ένα άλλο, καθαρό φως, το φως του Χριστού και της Εκκλησίας. Είδα την Εκκλησία με άλλο μάτι από τη στιγμή εκείνη. Γεννήθηκε αμέσως στην καρδιά μου μια φλογερή αγάπη στην Εκκλησία και αυτομάτως αναπτύχθηκε μέσα μου πνευματικό ενδιαφέρον. Αναζήτησα από τη στιγμή εκείνη το Θεό με επίγνωση και συνείδηση. Ήμουν τότε δεκαπέντε ετών. Ο εξάδελφός μου Κωστής μου δώρισε αμέσως μια Καινή Διαθήκη που είχε φέρει από τον στρατό, την οποία άρχισα να διαβάζω και την φυλάσσω μέχρι τώρα ως ιερό κειμήλιο. Αμέσως έφυγα και πήγα στην Γαστούνη και ζήτησα από τη θεία μου Βάσω πνευματικά και θρησκευτικά βιβλία. Τα πρώτα που μου έδωσε και πήρα ήταν «Η μίμησης του Χριστού» του Κεμπησίου Θωμά, «Η μετάνοια» του π. Σεραφείμ Παπακώστα, «Ο προορισμός του ανθρώπου» του π. Ευσεβίου Ματθοπούλου και μια βιογραφία του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού – δεν ενθυμούμαι τον συγγραφέα.

 

Άρχισα να διαβάζω απλήστως. Η βιογραφία του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, κάπου εβδομήντα σελίδων, επρόκειτο να στιγματίσει και να καθορίσει ολοκληρωτικά την μετέπειτα ζωή μου. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Εζήλωσα τον τύπο του διανοούμενου και συγγραφέως μοναχού. Άλλαξε η ζωή μου και τα ενδιαφέροντα μου. Στο Βαρθολομιό, την πατρίδα μου κυκλοφορούσε και στα χέρια μερικών συμπολιτών μου το βιβλίο «Αμαρτωλών σωτηρία», που και αυτό μου έδωσε και το διάβασα με όρεξη πολύ. Πλησίον του Βαρθολομιού υπήρξε η ιστορική Μονή της «Αγίας Ελεούσης». Στη Μονή αυτή την Κατοχή είχαν έλθει τρεις ευλαβέστατες μοναχές. Τις είχε στείλει ο τότε Μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος. Η Ηγουμένη, νεαρά, μορφωμένη, ικανότατη και ευλαβέστατη, ονόματι Χριστονύμφη Κάρτσωνα, και δύο ευλαβέστατες υποτακτικές της, η Λαυρεντία και η Μαριάμ, αληθινά χαριτωμένες ψυχές. Η Μονή αυτή απέχει πολύ λίγο από τα κτήματα που είχαμε τότε στο Βαρθολομιό. Και επήγαινα πολύ συχνά. Βοηθούσα τις μοναχές και στο ψάλσιμο. Και σύνηψα μαζί τους μεγάλο πνευματικό δεσμό. Από τις μοναχές αυτές πρωτοδιάβασα τον «Ευεργετινό» και τα ασκητικά του αγίου Ισαάκ του Σύρου και του αγίου Εφραίμ του Σύρου. Δεν χόρταινα διαβάζοντας τα πνευματικά αυτά μνημεία και το ενδιαφέρον μου για της εφημερίδες ατόνησε τελείως. Ο Κύριος έκανε το θαύμα Του στην παιδική ψυχή μου»!

Μετά από αυτό το πρώτο θαύμα, ο Ιεράρχης που θα ασχοληθεί με όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής θα κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα στην πίστη και στην ζωή της Εκκλησίας: 

 

« Όταν διάβασα το βιβλίο «Μετάνοια» του π. Σεραφείμ Παπακώστα, είδα ότι η αρχή και η βάση της πνευματικής ζωής είναι η μετάνοια και η εξομολόγηση. Που όμως να πάω να εξομολογηθώ; Στην πατρίδα μου, το Βαρθολομιό, που με είχαν στείλει οι γονείς μου δύο φορές για εξομολόγηση, ο ιερέας είχε δίπλα του μια καρέκλα με ένα δίσκο και κάθε εξομολογούμενος έριχνε τον οβολό του. Αυτό είχε κάνει χείριστη εντύπωση στην παιδική μου ψυχή. Ήθελα να βρω κάποιον πνευματικό σεβαστικό και ευσεβή. Εν τω μεταξύ είχα προσηλυτίσει στον νέο δρόμο της ζωής και τον παιδικό μου φίλο Δημήτριο Κοντογιάννη, πατέρα του σημερινού βουλευτή Γεώργιου Κοντογιάννη. Του είπα εκεί που παίζαμε: « Δεν γινόμαστε και εμείς θρησκευτικοί άνθρωποι κοντά στην Εκκλησία;». αμέσως μου είπε «ναι»! Έτσι ό,τι βιβλίο διάβαζα εγώ, του το έδινα να διαβάσει και εκείνος. Και φωτίστηκε με την χάρη του Θεού αμέσως. Ζητούσαμε και οι δύο μαζί έναν ευσεβή εξομολόγο. Είχε φήμη τότε του καλού εξομολόγου ο ιερέας ενός χωριού κοντά στο Βαρθολομιό, που λέγεται Τρουμπέ. Αποφασίσαμε να πάμε εκεί. Πήγαμε ένα απόγευμα, μα ο νεωκόρος μας είπε ότι ο ιερέας ήταν στο χωράφι και θα ερχόταν αργότερα. Όταν έπειτα ήλθε και τέλεσε τον Εσπερινό, τον πλησιάσαμε δειλά-δειλά και του ζητήσαμε να εξομολογηθούμε. Μας έβαλε γονατιστούς να εξομολογηθούμε μπροστά στην εικόνα του Χριστού στο τέμπλο. Αυτό δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Δεν ξαναπήγαμε ποτέ. Βρήκαμε τελικά έναν ιερέα στο πλησίον χωριό Καβάσιλα και εκεί έκτοτε πηγαίναμε και οι δύο για εξομολόγηση στα παιδικά μας χρόνια. Εν τω μεταξύ στην μικρή φιλική παρέα μας προσετέθη και ένας άλλος παιδικός μας φίλος, ο Νίκος Μπράβος, κατά τι μεγαλύτερος μου. Και οι δύο αυτοί παιδικοί φίλοι, με τους οποίους ζήσαμε στιγμές πνευματικής έξαρσης τότε στο Βαρθολομιό, εφέτος προ ολίγων μηνών έφυγαν απ’ τη ζωή πλήρεις ημερών. Υπήρξαν δι’ όλης της ζωής τους ευσεβέστατοι, καλοί οικογενειάρχες με καλά παιδιά. Τήρησαν την πίστη και την ευσέβεια μέχρι τελευταίας τους αναπνοής. Ήταν άνθρωποι προσευχής και αρετής και κοιμήθηκαν οσίως εν Κυρίω. Στη μικρή ομάδα μας των τριών προσετέθησαν και άλλοι αργότερα, που όμως δεν εσταθεροποιήθησαν πολύ στο δρόμο της χριστιανικής ζωής. Της μικρής ομάδας των τριών ήμουν πάντα αρχηγός εγώ. Κάθε Κυριακή κάναμε συμμελέτη απ’ την Αγία Γραφή και άλλα πνευματικά βιβλία. Και εν συνεχεία κάναμε μακρά αυτοσχέδια προσευχή. Περνούσαμε όλο το απόγευμα της Κυριακής μελετώντας και προσευχόμενοι. Ολίγο αργότερα προσετέθη ως μαθητής μου ένας πολύ ευλαβής, λίγο μικρότερος από εμένα, ονόματι Ανδρέας Μπράτης, ο οποίος είχε και θαυμαστή εξέλιξη και ζει σε βαθιά γεράματα μέχρι σήμερα. Εσπούδασε αργότερα θεολογία, έγινε Καθηγητής Γυμνασίου και Γυμνασιάρχης, απέκτησε καλή οικογένεια και έζησε όλοι τη ζωή του με ευσέβεια και ευλάβεια.

 

Στην περίοδο της Κατοχής, οι Γερμανοί έρχονταν στο Βαρθολομιό, έκαναν μπλόκο στην αγορά και έπιαναν τους άνδρες από δεκαέξι ετών και πάνω δυνάμενους να δουλέψουν και τους πήγαιναν στα πολεμικά έργα που έφτιαχνα πιο πέρα στην περιφέρεια «Λίτζι» των λουτρών της Κυλλήνης. Επί δύο χρόνια πηγαίναμε επί μήνας και μέναμε σε κάτι κτήματα που είχαμε, για να αποφύγουμε την σύλληψη από τους Γερμανούς. Σε ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής τα σχολεία είχαν διακόψει, δεν λειτουργούσαν στα μέρη τα δικά μας και είχα άπειρες ώρες στη διάθεση μου να διαβάζω. Το εμπορικό κατάστημα του πατέρα μου είχε κλείσει ή υπολειτουργούσε. Εργατικές εργασίες δεν είχα την δύναμη να κάνω. Διάβαζα απλήστως από το πρωί μέχρι το βράδυ. Μελέτησα και την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη κατ’ επανάληψη. Εδιάβαζα Πατέρες της Εκκλησίας, πάρα πολλά σύγχρονα χριστιανικά βιβλία, όλα τα βιβλία των εκδόσεων της «Ζωής» και έτσι απέκτησα πλούτο θεολογικών γνώσεων. Με το τέλος της Κατοχής ήμουν ένα πρακτικός θεολόγος χωρίς πτυχίο, ικανός με τη Χάρη του Θεού να αρχίσω, μετά την Κατοχή, όπως θα γράψω στην συνέχεια, να κάνω και εσπερινά κηρύγματα στη γενέτειρα μου και να συγκεντρώνω αρκετό ακροατήριο. Μελετούσα και τη νύχτα με το αμυδρό φως ενός λύχνου, διότι ούτε ρεύμα υπήρχε τότε στο Βαρθολομιό ούτε πετρέλαιο για λάμπα. Φωτιζόμεθα με λυχνάρια με λάδι.

Ευγνωμονώ τον Κύριο για το άπειρο έλεος Του και προς έμενα τον ανάξιο δούλο Του, για τις άπειρες ευεργεσίες Του και το θείο φωτισμό Του."

 

 Η ζωή του ξεκινάει την πνευματική της πορεία και η παρουσία του Θεού κοντά του φανερώνεται με πρόσωπα που θα του φωτίσουν το δρόμο:

"Ο Θεός, που αγρυπνεί πάντοτε για τη ζωή μας, μου παρουσίασε τότε, στα νεανικά μου χρόνια, ένα πολύ σπουδαίο πνευματικό, τον αρχιμανδρίτη Αχίλλιο Παπαθανασόπουλο, ιεροκήρυκα Ηλείας, μέλος της αδελφότητος «Ζωή», στον οποίο οφείλω πάρα πολλά. Είχε έλθει σαν νέος ιεροκήρυκας στην Ηλεία στα μαύρα χρόνια τότε της Κατοχής, γύρω στα 1942-1943. Ήταν απεσπασμένος από την Ιερά Μητρόπολη Ξάνθης. Το Βαρθολομιό το επισκέφθηκε για πρώτη φορά το 1943. όπως θυμάμαι, έκανε ένα θαυμάσιο κήρυγμα από το μπαλκόνι του Σείριου. Τον άκουσα με πολλή προσοχή. Όταν τελείωσε το κήρυγμα, τον πλησίασα και του ζήτησα να εξομολογηθώ. Με εδέχθη αμέσως. Θυμάμαι την πρώτη εκείνη εξομολόγηση στον π. Αχίλλιο. Του ανέφερα τα της ομάδας των περί εμού νέων, που με την Χάρη του Θεού είχε δημιουργηθεί. Έκτοτε προσκολλήθηκα στον π. Αχίλλιο. Πήγαινα εγώ στον Πύργο να τον δω, να εξομολογηθώ, να τον συμβουλευθώ, και πολλές φορές έμενα μαζί του τα βράδια στο μικρό σπιτάκι του επί της οδού Ξενοφώντος 4, στον Πύργο, που μένει αλησμόνητο στη μνήμη μου. Θυμάμαι μια φορά που είχα πάει στον πύργο να τον δω και να εξομολογηθώ, είχαν δημιουργήσει οι Γερμανοί κάποιο πρόβλημα στα λίαν πενιχρά μέσα συγκοινωνίας της τότε εποχής και γύρισα από τον Πύργο στο Βαρθολομιό με τα πόδια. Βάδιζα ώρες πολλές. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, οκτώ με εννέα ώρες. Από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, νηστικός και πεινασμένος. Θυμάμαι έντονα την οδοιπορία της ημέρας εκείνης. Τα πόδια μου είχαν πρηστεί. Ήμουν δεκαεπτά με δεκαοκτώ ετών. Ο π. Αχίλλιος έκτοτε ήταν ο πνευματικός μου και ο καθοδηγητής μου. Τον είχα πολλές φορές συνοδεύσει σε περιοδείες του στα χωριά με το ζώο. Και τον είχα και αρκετές φορές φιλοξενήσει στο πτωχικό μου σπίτι. Ήταν άνθρωπος μεγάλης αρετής και μεγάλης αξίας. Λίαν αυστηρός στον τρόπο της ζωής του, ακάματος εργάτης του Ευαγγελίου, με ευρεία μόρφωση, με σπάνιες κηρυκτικές ικανότητες, με επιβλητική φυσιογνωμία και με πάρα πολύ μεγάλη ιεραποστολική δραστηριότητα. Του οφείλω πολλά. Του είμαι ισοβίως ευγνώμων. Με ωφέλησε πνευματικά πάρα πολύ. Με βοήθησε και με προστάτευσε σε δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Και μου συμπαραστάθηκε στοργικά στη νεανική μου ζωή. Όταν γνωρίστηκα τότε με τον π. Αχίλλιο, αν και ήμουν περίπου δεκαεπτά με δεκαοκτώ ετών, ήμουν αρκετά μυημένος στην πνευματική ζωή και είχα και συμπήξει μια μικρή πνευματική ομάδα με συνομηλίκους μου, όπως προανέφερα, και κυρίως με το Δημήτριο Κοντογιάννη και τον Νίκο Μπράβο, και είχε αρχίσει μια μικρή ιεραποστολική προσπάθεια. Είχα απόφαση από τα δεκαπέντε μου χρόνια να αφιερωθώ στον Θεό και στην ιεραποστολική εργασία. Είχα αποκτήσει έως τότε αρκετές πνευματικές γνώσεις για την ηλικία μου με τις υπερβολικές μελέτες βιβλίων πνευματικών, που είχα αρχίσει από τα δεκαπέντε μου χρόνια. Ο π. Αχίλλιος με βοήθησε στην περαιτέρω πορεία μου. Με ωφέλησε αφάνταστα πνευματικός. Με καθοδήγησε στην πτωχή ιεραποστολική μου πορεία. Και με καθοδήγησε σωστά στα νεανικά βήματα μου. Ο π. Αχίλλιος με βοήθησε να εγκατασταθώ το 1948 στην Πάτρα και να φύγω οριστικά από το Βαρθολομιό. Μίλησε για μένα στον ιεροκήρυκα Πατρών Χριστόδουλο Παπαγιάννη, που με εδέχθη κοντά του. Ο π. Αχίλλιος, όταν αργότερα, το 1952, πήγα στρατιώτης σε κάπως μεγάλη ηλικία, μίλησε για μένα στον τότε αρχιστράτηγο Μεσινόπουλο του Δεύτερου Σ ώματος Στρατού στην Κοζάνη και με προσέλαβε στην υπηρεσία Β10 και εκτελούσα χρέη λαϊκού ιεροκήρυκος καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας μου, αν και δεν ήμουν ακόμα θεολόγος. Ο π. Αχίλλιος μου συμπαραστάθηκε πάντοτε, σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Η προσωπικότης του π. Αχίλλιου μπορώ να πω ότι εσφράγισε τη ζωή μου. Και εσφράγισε και την κηρυκτική διακονία μου έως τώρα στα βαθειά μου γεράματα. Είναι χαραγμένη στην ψυχή μου. Του οφείλω μεγάλη ευγνωμοσύνη και του είμαι ισοβίως ευγνώμων. Τέτοιοι δυνατοί εν λόγω και έργω ιεροκήρυκες δεν γνωρίζω αν υπάρχουν πολλοί σήμερα. Ας είναι αιωνία του η μνήμη."

 

 Οι πρώτες δυσκολίες του βίου κάνουν την εμφάνιση τους στην ζωή του Κωνσταντίνου αλλά το φρόνημα του η ακλόνητη πίστη του θα τον βοηθήσουν να ορθοποδήσει:

"Η Κατοχή με βρήκε όπως προανέφερα, δεκαπέντε ετών. Όταν τελείωσε η Κατοχή, ήμουν δεκαεννέα ετών. Όλα αυτά τα πικρά, τα πάρα πολύ δύσκολα χρόνια, με τις αφάνταστες ταλαιπωρίες, με τις στερήσεις, τα έζησα στη γενέτειρα μου Βαρθολομιό μαζί με τους γονείς μου, τις τρείς αδελφές μου και την εκ πατρός αείμνηστη γιαγιά μου. Ο πατέρας μου ήταν έντιμος άνθρωπος. Τότε οι μαυραγορίτες επέπλεαν. Με την έναρξη της Κατοχής, η δραχμή έχασε τελείως την αξία της. Το κράτος είχε διαλυθεί. Τα αποθέματα χρυσού της Εθνικής Τράπεζας είχαν φυγαδευθεί προς την Αίγυπτο, για να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Όλοι οι Έλληνες έχασαν τελείως τα χρήματα τους. Οι καταθέσεις στις τράπεζες έπαψαν να έχουν απολύτως καμμία αξία. Καταστροφή πραγματική. Θυμάμαι ότι ένα κουτί σπίρτα έφθασε να έχει πέντε εκατομμύρια πληθωρικές δραχμές. Οι συναλλαγές εγίνοντο είδος με είδος. Οι καπάτσοι επέπλεαν και ο μαυραγοριτισμός έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Ο πατέρας μου ήταν έμπορος. Με την κατοχή έχασε τελείως το εμπόριο του και τα χρήματα του. Τότε οι έμποροι στο Βαρθολομιό εν πιστώσει. Και όταν οι χωρικοί μάζευαν τη σταφίδα, που ήταν το κύριο εισόδημα στο Βαρθολομιό, πλήρωναν τα βερεσέδια της χρονιάς. Μα τότε ούτε την σταφίδα δεν μπορούσαν να πουλήσουν, ούτε η δραχμή είχε καμμία αξία. Η σταφίδα προ του πολέμου εξήγετο κυρίως στην Αγγλία, κάτι αδύνατο τώρα πλέον. Και όλοι οι έμποροι έχασαν τα χρήματα τους. Τα μαγαζιά κλείσανε. Ο λαός δυστυχούσε και πεινούσε. Θυμάμαι ένα περιστατικό από τα πολλά που με είχαν πληγώσει τότε. Ένας μεγαλοκτηματίας του Βαρθολομιού- θυμάμαι και το όνομα του, αλλά δεν το γράφω-χρωστούσε στον πατέρα μου έξι χιλιάδες χρυσές δραχμές. Είχε υπογράψει και σχετικό γραμμάτιο. Έξι χιλιάδες χρυσές δραχμές τότε ήταν πάρα πολλά χρήματα. Ήταν αρκετή περιουσία. Και καταδέχθηκε να μας δώσει από τις απέραντες σοδειές του έξι οκάδες καλαμπόκι, για να ξοφλήσουμε το γραμμάτιο, διότι τότε με τον πληθωρισμό η οκά το καλαμπόκι είχε φθάσει χίλιες δραχμές, ενώ προ της Κατοχής είχε δύο δραχμές. Ασυνειδησία εγκληματική! Εκεί φθάνει η κτηνωδία της ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Την εποχή εκείνη βρεθήκαμε στερούμενοι των πάντων. Μόνο λάδι είχαμε, διότι είμεθα ελαιοπαραγωγοί. Το λάδι μας έσωσε από τον εκ πείνης θάνατο. Δίναμε λάδι και παίρναμε λίγο σιτάρι, αν βρίσκαμε, ή λίγο καλαμπόκι, που ήταν τότε είδος πολυτελείας. Πεινάσαμε, υποφέραμε, ο κόσμος απέθνησκε στο δρόμο από την πείνα και την εξάντληση. Φως ηλεκτρικό δεν είχαμε. Η ΔΕΗ τότε δεν υπήρχε. Το Βαρθολομιό είχε δικό του εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος. Μα είχε πλέον κλείσει. Διότι δεν υπήρχε πετρέλαιο να δουλέψουν οι γεννήτριες. Ούτε λάμπες πετρελαίου είχαμε, εφόσον, όπως είπα, δεν υπήρχε πετρέλαιο. Φωτιζόμεθα τα βράδια με το λυχνάρι. Με το ιλαρό φως του λυχναριού διάβαζα τότε απλήστως βιβλία πνευματικής οικοδομής. Ο πατέρας μου ξυπνούσε τα βράδια και έβλεπε από την χαραμάδα του δωματίου μου να καίει το λυχνάρι και έβαζε τις φωνές ότι κάνω υπερβολές. Και δεν είχε άδικο. Μα εγώ είχα τόσο ζήλο, που με το λυχνάρι έμαθα μόνος Θεολογία. Ακόμα και σήμερα αντλώ από τις μελέτες μου εκείνες. Με το λυχνάρι διάβαζα ατελείωτες νύχτες. Αγία Γραφή, Πατέρες της Εκκλησίας, Χρυσόστομο, Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, διάβασα όλα τα βιβλία του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, τα Ασκητικά των αγίων Εφραίμ και Ισαάκ των Σύρων, την κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναίτου και όλα τα βιβλία τότε των εκδόσεων της Ζωής. Ιδιαιτέρως διάβαζα τα έργα του Κωνσταντίνου Καλλίνικου, τον οποίο υπερβολικά αγαπούσα. Πηγή για βιβλία είχα εκτός από την προαναφερθείσα θεία μου Βάσω στη Γαστούνη, που είχε, όπως είπα, αξιόλογη βιβλιοθήκη, και τη Γερόντισσα Χριστονύμφη Κάρτσωνα, που ήταν εγκαταστημένη στην πλησίον του Βαρθολομιού Μονή Αγίας Ελεούσας, και η οποία διέθετε αρκετά πλούσια και αξιόλογη βιβλιοθήκη, με σπουδαία βιβλία και δη Πατέρων της Εκκλησίας.


 

Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου βλέποντας τον υπερβολικό μου ζήλο στην μελέτη και στην αφοσίωση στην Εκκλησία, άρχισε να ανησυχεί πάρα πολύ. Όταν ήμουν μικρό παιδί, με προέτρεπε να πηγαίνω στην εκκλησία. Τώρα όμως, βλέποντας ότι έχω «πέσει με τα μούτρα», όπως έλεγε, στα εκκλησιαστικά, άρχισε να ανησυχεί πολύ. Δεν με ήθελε και καλόγερο. Διαισθανόταν την πορεία μου. Αντιδρούσε που ήθελα να πηγαίνω στην εκκλησία και τις μικρότερες γιορτές. Αντιδρούσε που δεν με ενδιέφερε τίποτα κοσμικό. Αντιδρούσε για τις μελέτες μου και την -παρά την εφηβική μου ηλικία- σταδιακά ιεραποστολική δραστηριότητα μου. Τα θεωρούσε όλα υπερβολές. Με ήθελε καλό παιδί μεν, αλλά όχι και «παπά». Ήθελε να έχω κοσμικά ενδιαφέροντα και, βλέποντας ότι τα απέφευγα αντιδρούσε. Στην αρχή αντιδρούσε με επιχειρήματα. Ήταν πολύ λόγιος. Μετά δε και με έντονο άγριο ύφος. Με ήθελε άνθρωπο του κόσμου και όχι «παπά». Ας έχει ο Κύριος εν αναπαύσει την ψυχή του. Ήταν τίμιος και καλός άνθρωπος. Μετά την λήξη της Κατοχής, ίσως από την στεναχώρια του που έχασε το εμπόριο του, και τις στερήσει της Κατοχής, αρρώστησε βαριά. Έπαθε κύρωση του ήπατος, ενώ δεν έπινε κρασί. Παρέμεινε δεκαέξι μήνες βαριά άρρωστος και στις 14 Ιουνίου του 1946, σε ηλικία μόλις πενήντα δύο ετών, παρέδωκε την τίμια ψυχή του στον Κύριο, αφού προηγουμένως είχε μαλακώσει στην αντίδραση του απέναντι μου, είχε εξομολογηθεί στον π. Αχίλλιο και είχε κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Μεγάλο το πλήγμα για την οικογένεια μας. Μετά την Κατοχή, δευτέρα για εμάς Κατοχή. Εγώ ήμουν τότε είκοσι ετών. Οι αδελφές μου ήταν μικρότερες. Η μητέρα μου συνεχώς άρρωστη από βρογχικό άσθμα. Η γιαγιά είχε και αυτή κοιμηθεί τρείς μέρες προ της κοιμήσεως του πατέρα μου. Ήταν μια αγία γυναίκα. Προσήυχετο να φύγει πρώτα από τον γιό της, να μην δει τον θάνατο του και ο Θεός την άκουσε. Έφυγε οσιακά τρείς ημέρες προ της κοιμήσεως του πατέρα μου. Την Δευτέρα κοιμήθηκε η γιαγιά, την Παρασκευή ο πατέρας μου. Ο Θεός να αναπαύσει τις αγίες ψυχές τους. Προσεύχομαι με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Όμως πίσω από το πικρό κρύβεται πολλές φορές το γλυκύ. Ο θάνατος του πατέρα μου ήταν μια συμφορά για την οικογένεια μας, όμως άνοιγε πλέον ευρύτερο ορίζοντα και ελεύθερο το δρόμο για με και τις αδελφές μου. Εάν ζούσε ο πατέρας μου, με τον ισχυρό χαρακτήρα που είχε, δεν θα με άφηνε να σπουδάσω Θεολογία και να εξελιχθώ όπως ο Θεός ευλόγησε και ελέησε. Θα με καθήλωνε στο Βαρθολομιό. Ενώ τώρα πλέον, χωρίς την πατρική αντίδραση, ακολουθούσα την κλήση που στην καρδιά μου είχε φυτεύσει ο Θεός. Και με τη θαυμαστή προστασία του Θεού προχώρησα και έφθασα ως εδώ. Ο Θεός με περιέβαλε με το έλεος Του και τη Χάρη Του. Και εγώ εσπούδασα και εξελίχθηκα σε εργάτη του Ευαγγελίου, όπως ήταν ο πόθος μου, και τις αδελφές μου με την Χάρη του Θεού, επροστάτευσα σαν δεύτερος πατέρας. Και εκείνες είχαν ακολουθήσει εξ υπαρχής τα βήματα μου. Με ηκολούθησαν στην πνευματική ζωή και ο Θεός τις ευλόγησε. Πήραν καλούς και ευσεβείς συζύγους, έκαμαν καλά παιδία, όλα με ευσέβεια και πίστη στον Θεό, έχουν εγγόνια καλά και ευσεβή. Όλοι τους είναι ευσεβής και άνθρωποι της Εκκλησίας. Θαύματα μου έκανε ο Θεός, θαύματα χειροπιαστά και μεγάλα. Μου είχε πει ο π. Αχίλλιος σε δύσκολές στιγμές: «Εφόσον έχεις σκοπό να αφιερωθείς στον Θεό και στην ιεραποστολή, θα ευλογήσει και θα προστατεύσει ο Θεός τις αδελφές σου». Και το είδα χειροπιαστό. Όλες έχουν καλούς συζύγους, ανέθρεψαν παιδιά επιστήμονες με ευσέβεια και πνευματική ζωή. Και τα εγγόνια τους ακόμα είναι όλοι επιστήμονες και φοιτητές κοντά στην Εκκλησία. Είδα το χέρι του Θεού κατά θαυμαστό τρόπο να με σώζει από κινδύνους και να με προστατεύει και να με περιβάλλει με το έλεος Του. Είδα τον Θεό να μου ανοίγει πόρτες εκεί που δεν περίμενα, να μου λύνει προβλήματα που θεωρούσα ανυπέρβλητα, να μου ανοίγει παράθυρα φωτός εκεί που έβλεπα μόνο σκοτάδι, να με παρηγορεί σε ώρες δοκιμασίας και θλίψεων, να με περιβάλλει με το έλεος Του. Η ζωή μου υπήρξε δραματική με θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού. Μου έκανε μεγάλα θαύματα ο Κύριος: «Τι ανταποδώσω το Κυρίω;» (Ψαλμ. ριε΄, 3).

 

Γεννήθηκα και πέρασα τα πρώτα παιδικά χρόνια με άνεση οικονομική. Πέρασα τα εφηβικά μου και τα πρώτα νεανικά χρόνια με την Κατοχή σε στέρηση μεγάλη, αλλά αξιοπρεπή, χωρίς να είναι φανερά γνωστή στους γύρω. Αντιμετώπισα δυσκολίες στη ζωή μου αφάνταστες. Η προστασία των ανηλίκων αδελφών μου ήταν μέγα πρόβλημα. Η μητέρα μου ήταν συνεχώς άρρωστη. Δεν με βοήθησε απολύτως κανένας συγγενής. Κόπιασα μόνος μου, εμόχθησα, έκλαψα, επόνεσα, εργάστηκα με τιμιότητα. Στερήθηκα πολλές φορές των πάντων. Και όμως ο Θεός, το επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά, μου έκανε θαύματα. Το σκέπτομαι τώρα στο γήρας μου με συγκίνηση πολλή. Ευχαριστώ τον Κύριο, που με ηλέησε εμέ τον αμαρτωλό και με ευλόγησε πλουσίως. Είδα εκ πείρας την δύναμη της προσευχής και δη σε στιγμές ανάγκης. Παρ’ όλη την αναξιότητα μου, μόνο στον Θεό στηρίχθηκα. Αυτός έκανε το θαύμα στη ζωή μου. Είμαι αμαρτωλός. Αλλά αγάπησα τον Κύριο από τα παιδικά μου χρόνια με όλη την δύναμη της ψυχής μου. Υπήρξα με την Χάρη του Θεού ειλικρινής σε όλη την ιεραποστολική και ιερατική και ποιμαντική διακονία μου, χωρίς να αποβλέπω ποτέ σε εκκλησιαστικά αξιώματα. Με ανέβασε ο Θεός στο ύψος του επισκοπικού αξιώματος, παρά την αναξιότητα μου. Όμως με ανέβασε με τρόπο θαυμαστό, με το έλεος Του και τη φιλανθρωπία Του. Δεν επιδίωξα οικονομικά οφέλη. Όταν πέθανε ο πατέρας μου και ήμουν είκοσι ετών, εγώ συνέχισα με θυσία και κόπο το ιεραποστολικό έργο που από τα εφηβικά μου χρόνια είχα αρχίσει στο Βαρθολομιό. Πολλοί συγγενείς μου επετέθησαν γιατί, όπως έλεγαν, με τρείς ορφανές αδελφές και χήρα μητέρα συνέχισα την αφοσίωση μου στην Εκκλησία, σε έργα ιεραποστολής, και δεν κοίταζα άλλα πράγματα. Με τη Χάρη του Θεού έμεινα σταθερός και δεν άκουσα κανένα συγγενή. Ακολούθησα την πορεία μου και ο Θεός με επροστάτευσε. Οι αδελφές μου καλοπαντρεύθηκαν και εγώ έφθασα εδώ, που το έλεος του Θεού με ανέβασε. Θα ήθελα να κατακλείσω αυτή την παράγραφο των αναμνήσεων μου με κάτι που είναι βίωμα μου. Εάν πονώ τον πτωχό, εάν έκανα στη ζωή μου και ως Αρχιμανδρίτης και ως Μητροπολίτης έργο κοινωνικό και φιλανθρωπικό ευρύ και με την Χάρη του Θεού αξιόλογο, εάν προσπαθώ να συμπαρίσταμαι όσον δύναμαι στα προβλήματα των άλλων, το κάνω με όλη μου την καρδιά, διότι έχω πείρα των στερήσεων, της φτώχειας, της θλίψεως της εγκαταλείψεως από ανθρώπων, των δυσκολιών και των προβλημάτων της ζωής. Συμβούλευσα πολλές φορές στη ζωή μου πονεμένους και θλιβομένους ανθρώπους να προσεύχονται πολύ, να ελπίζουν στον Θεό και να στηρίζονται στον Θεό. Το έκανα και το κάνω από προσωπική εμπειρία. Είδα την δύναμη της προσευχής στη ζωή μου. Έχω προσωπική εμπειρία της ελπίδος και της πίστεως στον Θεό. Είδα τη θαυμαστή επέμβαση του Θεού και το διακηρύττω από προσωπική εμπειρία και θα το λέγω έως ότου πεθάνω. Ο Θεός είναι μεγάλος προστάτης. Ο Θεός είναι φιλόστοργος πατέρας. Ο Θεός εισακούει των προσευχών μας. Στον Θεό στηριζόμεθα, στον Θεό να εναποθέτουμε όλα μας τα προβλήματα. «Εαυτοίς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». «Επικαλέσαι με εν ημέρα θλίψεως, και εξελούμαι σε, και δοξάσεις με» (Ψαλμ. μθ΄,15). Να κάνουμε το ανθρωπίνως δυνατό με τιμιότητα και ειλικρίνεια και να στηριζόμεθα στον Θεό και να προσευχόμεθα με ζώσα πίστη πάντα στον θεό, χωρίς να απελπιζόμεθα. Και θα βλέπουμε πάντα θαυμαστές επεμβάσεις της δεξιάς του Υψίστου στη ζωή μας."

Ο χαρακτήρας του σφυρηλατείται η πίστη του δυναμώνει και η πορεία του ξεκινάει!...

Κώστας Ζουρδός

Συνεχίζεται... 

 

*Στην ηλικία τον ογδόντα ετών και ενώ εφησύχαζε στην Παιανία Αττικής, στις κατασκηνώσεις της Μητροπόλεως Πειραιώς, ο Μακαριστός Μητροπολίτης Πειραιώς Καλλίνικος άρχισε να καταγράφει τις μεγάλες στιγμές της ζωής του με τίτλο: «Αναμνήσεις». Μέσα από τον γλαφυρό του λόγο γνωρίζουμε μια εποχή και μαθαίνουμε τους αγώνες και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε για να πραγματοποιήσει το σπουδαίο του έργο!

 









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου