
Η απίστευτη πορεία προς τον θάνατο του 63χρονου δημοσιογράφου μέσα
από την μαρτυρία ενός ανθρώπου που έζησε από πολύ κοντά την αντίστροφη
μέτρηση της ζωής του - Το σχέδιο για «υποβοηθούμενη ευθανασία», οι
ανατροπές, οι εξομολογήσεις μπροστά στην κάμερα, οι ύστατες ώρες
καρτερικότητας
Το απόγευμα της 29ης Αυγούστου μου τηλεφώνησε για να μου πει πότε είναι η κηδεία του. «Την Τετάρτη είναι η κηδεία μου». «Έχεις καταλάβει τι μου λες;» του είπα σοκαρισμένος. Έβαλε τα γέλια. Ναι ρε φίλε, τα γέλια. Στις 31 μού ζήτησε να το γράψω σε μια κάμερα. «Γράψτο γιατί κανείς δεν θα σε πιστέψει. Άσε που θέλω και κόσμο στην κηδεία μου και έχει άλλη βαρύτητα να τους καλέσω εγώ». Πάλι γέλια.
Με τον Αλέξανδρο Βέλιο βρεθήκαμε, κάπου στις αρχές του ’90, κάτω από την ίδια επαγγελματική στέγη. Νέος και άπειρος εγώ τότε στο επάγγελμα, και με την αγωνία να στεριώσω, δεν μπόρεσα να τον «δω». Καμία μνήμη άξια λόγου.
Μετά την πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση, στην οποία ανακοίνωσε πως έχει καρκίνο και θα προβεί σε ευθανασία, ανακάλυψα πραγματικά τον άνθρωπο και το ανάστημά του. Λόγος στιβαρός, τετράγωνος, μετρημένος, χωρίς μελό, με γνώση και απόφαση. Πήρα αμέσως το βιβλίο του και –όπως παραδέχθηκε- ήμουν ο πρώτος που το διάβασε. Ο Βέλιος αποφάσισε να γράψει ιστορία. Αυτό του είπα, μεταξύ άλλων, ως κριτική. Αλλά κάτι δεν μου κόλλαγε…
Συναντηθήκαμε λίγες μέρες αργότερα σε ένα στέκι στο Χολαργό. Ήθελα να διαπιστώσω αν ό,τι είχα ακούσει στην τηλεόραση και διαβάσει στο βιβλίο του ήταν απλώς η επικοινωνιακή διαχείριση ενός τραγικού γεγονότος, αλλά πίσω από αυτή κρυβόταν ο φόβος. Μα είναι δυνατόν να έχει ξεπεράσει τον –απόλυτα ανθρώπινο- φόβο του θανάτου;
«Όχι, δεν έχω ξεπεράσει το θέμα της ανυπαρξίας μου», παραδέχθηκε τότε. Ο Βέλιος δεν πίστευε. Αναγκαία, σε αντίθεση με τους πιστούς, είχε έναν παντοδύναμο «εχθρό» στο σχέδιό του: την ανυπαρξία του, το «μεγάλο Τίποτε» του Καβάφη.

Στην αρχή το σχέδιο του Βέλιου είχε Ελβετία, ένα ειδικό κέντρο που πας και πεθαίνεις («υποβοηθούμενη ευθανασία»). Λόγοι οικονομικοί, αλλά και άλλοι που δεν έχει νόημα να αναφερθούν, η Ελβετία βγήκε από το σχέδιο.
Και τώρα τι θα κάνεις; «Είμαι τυχερός, με βρήκε ένας γιατρός. Αυτός προσφέρθηκε να κάνει τη “δουλειά”».
Στις 22 Αυγούστου συναντηθήκαμε στο σπίτι του, στον Γέρακα. Καταπονημένος, αλλά αγέρωχος. Έβγαλε πολλή οργή για την «κατάντια του τόπου». «Δεν πονάμε τον τόπο, είμαστε ξένοι με αυτόν». «Τώρα που φεύγεις νιώθεις την ανάγκη να ζητήσεις συγγνώμη από κάποιον;» τον ρώτησα. «Δεν έχω βλάψει άνθρωπο». Κατέγραψα κάμποσα από αυτά που μου είπε σε μια καμερούλα που έχω πάντα μαζί μου. Μετά πιάσαμε τη φιλοσοφία. Σπάνια συναντά κανείς δημοσιογράφο με τέτοια παιδεία – κυρίως κλασική. «Απορώ πως έγινες δημοσιογράφος» του είπα. Γέλασε. «Έπρεπε να γεμίσω κι αυτό», και έδειξε το στομάχι του.
Όσο ζύγωνε το τέλος του Αυγούστου ο Αλέξανδρος υπέφερε. Ο ύπνος του ήταν λίγος, κι αυτός βασανιστικός. Θυμάμαι ένα απόγευμα που ήταν ευδιάθετος γιατί κατάφερε να κοιμηθεί λίγο το μεσημέρι και ένιωθε κάπως ξεκούραστος. Αλλά δεν πέταγε στα σύννεφα. «Αύριο θα είμαι πάλι τα ίδια».
To xρονικό του τέλους
Στις 30 Αυγούστου το κινητό του «άναψε» για τα «χρόνια πολλά». «Με ρωτούσαν οι φίλοι τι να μου ευχηθούν, κι εγώ τους απαντούσα “καλά στέφανα”».Στις 31 Αυγούστου μπήκε στο νοσοκομείο, όπως το είχε (είχαν) σχεδιάσει. Δωμάτιο 308. Μια νοσοκόμα προσπάθησε να τον βοηθήσει να ξαπλώσει στο κρεβάτι. «Δεν είμαι ανήμπορος καλή μου κοπέλα, ετοιμοθάνατος είμαι». Μόλις τελείωσαν τα πέρα δώθε του προσωπικού μείναμε για λίγο μόνοι. «Θέλω κόσμο στην κηδεία μου την Τετάρτη».
Αργά το βράδυ με πήρε στο τηλέφωνο. Ξαφνιάστηκα. «Συμβαίνει κάτι;». «Ο γιατρός δείχνει φοβισμένος. Θα σου πω οριστικά αύριο».
Την επόμενη μέρα, πρώτη του μήνα, η (πρώτη) εμπλοκή επιβεβαιώθηκε επίσημα. Ο γιατρός «το ξανασκέφτηκε» και ανακοίνωσε στον Αλέξανδρο ότι στο νοσοκομείο δεν μπορεί να γίνει αυτό που θέλει… (Λογικό, αλλά τότε γιατί του είπε να πάει εκεί;)
Το μεσημέρι με πήρε τηλέφωνο. «Θα πάρω εξιτήριο το Σάββατο και την Κυριακή τελειώνουν όλα». «Πώς; Με ποιον τρόπο;». Μου περιέγραψε τα πάντα.


Αργά το απόγευμα του Σαββάτου πήρε εξιτήριο. Πριν, τον επισκέφτηκαν κάμποσοι φίλοι και τον αποχαιρέτησαν. Πολλοί από αυτούς κλαίγοντας. «Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό». Στις 9.30 χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε ένα γλυκύτατο πλάσμα. Η εξάχρονη κορούλα του. Εκείνος καθόταν στο γραφείο του. «Έλα να σου δείξω τι θέλω να πω». Μου διάβασε λίγες γραμμές από ένα χειρόγραφο κείμενο. «Δεν έχει νόημα Αλέξανδρε, τα έχεις πει όλα, επαναλαμβάνεσαι». «Συμφωνώ, απλώς ήθελα να μου το επιβεβαιώσεις». Σηκώθηκε, με μεγαλύτερη δυσκολία από κάθε άλλη φορά, και κάθισε απέναντί μου. «Είσαι ένας από τους λίγους ανθρώπους που σε λίγο θα γνωρίζουν τα πάντα. Το τελικό πια σχέδιο. Είναι δικαίωμά σου να παραδεχθείς ότι γνώριζες ή όχι. Αύριο θα πεθάνω. Όχι ακριβώς όπως θα ήθελα, δηλαδή με ευθανασία, αλλά με ΜΗ υποβοηθούμενη ευθανασία. Δηλαδή –για να μην μασάω τα λόγια μου- θα αυτοκτονήσω. Θες να σου διαβάσω την στερνή ανακοίνωσή μου; Άνοιξε την καμερούλα σου».
«Δεν θέλω σταυρό στον τάφο μου, αλλά επιθυμώ νεκρώσιμη ακολουθία, σύμφωνα με το τυπικό της Ορθοδοξίας. Θέλω να συμφιλιώσω την πράξη μου με την Εκκλησία και όχι να την κάνω εχθρό της». Την ημέρα του εξιτηρίου τον επισκέφθηκε ο Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας Γαβριήλ. «Φύγε με την ευχή μου. Είσαι απόλυτα ελεύθερος. Για τα υπόλοιπα ας κρίνει ο Θεός…».
Επίλογος – το τέλος
Εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα. Φυσιολογικά, από αρρώστιες, δυστυχήματα, βία. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να πεθάνεις με ραντεβού; Ο πόθος για ζωή κατακλύζει την ύπαρξη ακόμα και στις δύσκολες στιγμές μιας ανίατης ασθένειας. «Κάτι φίλοι μού είπαν για ένα μοναστήρι και κάποια εικόνα σε αυτό που έβγαζε θαυματουργά δάκρυα που είχαν γιάνει αρρώστους με ανίατες ασθένειες. Μου είπαν να με πάνε. Είπα “δεν θέλω γιατί δεν πιστεύω”. “Κι αν γίνει το θαύμα και με σένα τι έχεις να χάσεις;” μου είπαν. Απάντησα αυθόρμητα: “και αν υπάρξει θαύμα τι θα λέω; Πώς θα το δικαιολογήσω με τα πιστεύω μιας ολόκληρης ζωής;”». Γέλια. «Βρε αυτό είναι ωραίο. Κάτσε να το γράψουμε. Ξαναπέστο».Το μεσημέρι της Κυριακής, 4 Σεπτεμβρίου, έκατσε για τελευταία φορά στο οικογενειακό τραπέζι. Το απόγευμα απομακρύνθηκε από το σπίτι η κορούλα του.
Κανείς δεν θα μάθει πόσο ακριβώς κράτησε, πώς ένιωσε, τι συναισθήματα βίωσε εκείνα τα δραματικά τελευταία λεπτά. Μόνο εκ των υστέρων η ευχή και η πίστη να μην βασανίστηκε. Μόνο αυτό απαλύνει τον πόνο των δικών του ανθρώπων. Αυτό και η ελπίδα κάποιοι Άνθρωποι (ή έστω ένας) να αποφάσισαν την τελευταία στιγμή να παίξουν με τη φωτιά, προσφέροντάς του ασφαλή τρόπο και καλό-γαλήνιο θάνατο. Ελπίδα και ευχή ότι έγινε τελικά υποβοηθούμενη ευθανασία με όλη τη σημασία της λέξης –όσο γίνεται σε συνθήκες παρανομίας. Ποτέ, ίσως, δεν θα μάθουμε.
Χρέος της Πολιτείας είναι να ανοίξει επιτέλους τη συζήτηση. Χρέος της είναι ο επόμενος «Βέλιος» να έχει σιμά του όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα. Να του κρατήσουν το χέρι, να του χαϊδέψουν το μέτωπο, να τον φιλήσουν, να τον αποχαιρετήσουν, να του κλείσουν τα μάτια.
Ήταν 63 ετών.
Χτενισμένος, καθαρός και ντυμένος στα λευκά.
(Το cd player βρέθηκε σε λειτουργία, και μέσα ένα δισκάκι της Φλέρυς Νταντωνάκη με το αγαπημένο του τραγούδι -του συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου:
Άνοιξε, άνοιξε,
γιατί δεν αντέχω,
φτάνει πια, φτάνει πια
να με τυραννάς.)
Διανοούμενος που θέλησε να σπάσει τα ταμπού

«Αλίμονο στους ζωντανούς
ο θάνατος κυριαρχεί
σε αυτόν τον τόπο όπου δεν πεθαίνει κανείς, νεκροί
αφραδέες ναίουσι*
Μοίρα τους δεν είναι ο θάνατος, αλλά η
πεθαμένη ζωή.»
*οι νεκροί περιδιαβαίνουν άπραγοι
(Βέλιου “Οδύσσεια”)
Κακά τα ψέματα. Αν θα μείνει, γι’ αυτά θα μείνει. Και κυρίως για την
τελευταία διλογία του: Το βιβλίο του «Εγώ κι ο θάνατός μου -Το δικαίωμα
στην ευθανασία» που εκδόθηκε στις αρχές Ιουνίου 2016, τρεις μήνες πριν
από τον θάνατό του και ανέδειξε ένα θέμα που παραμένει ταμπού στη χώρα
μας. Την ευθανασία. Και βέβαια, την δεύτερη πράξη του έργου, τον εκούσιο
θάνατό του. Είναι ένα πράγμα και τα δυο, δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις.Το πρώτο υπηρέτησε την ιδέα, ήταν το μανιφέστο. Και το δεύτερο ήταν η σφραγίδα και η υπογραφή. Η σφοδρή επιθυμία να αλλάξει ο νόμος και οι αντιλήψεις.
Πηγή: www.protagon.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου