Της Γαλάτειας Γρηγοριάδου – Σουρέλη
Η μάνα μου, όπως όλες οι νυκοκυράδες, τ’ ΄Αη Δημητρίου έστρωνε,
φτωχά χρόνια, τα πατώματα δεν είχαν παρκέ διαρκείας, ανώμαλα, τραχιά, με σκληρή
βούρτσα τρίβονταν, στράφτανε, οι κουρελούδες ή τα χράμια βγαίνανε από τις ναφθαλίνες,
μπαίνανε τα κουρτινάκια τα χειροποίητα, με τους Έρωτες κεντημένους να τοξέυουνε
καρδιές, οι ελιές τσακισμένες με την πέτρα στο κιούπι, τα λουλούδια στους ντενεκέδες
μετακόμιζαν στο απάγκιο, οι χυλοπίτες, ο τραχανάς μαζεμένα με σέβας σε παλιές
καθαρές μαξιλαροθήκες, όλα περίμεναν τον χειμώνα που θα έρθει. Πολύς κόπος,
πολλή έγνοια για το χειμώνα, τα ξύλα στοιβαγμένα με τάξη, θα φτάσουν ή δε θα φτάσουν;
Το παλιό παλτό του μεγάλου παιδιού να κοντύνει για το μικρότερο, οι γιακάδες άλλαγμα,
γύρισμα οι μανσέτες στο καλό πουκάμισο του άντρα – το ένα της εκκλησίας – σε τι
κατάσταση βρίσκεται; Να αγοράσουμε μαλλί, όχι αυτό το μήνα τον άλλον γιατί τώρα
έχουμε πολλά έξοδα. Να αγοράσουμε λοιπόν, μαλλί να πλέξουμε μια ζακέτα, ένα
πουλόβερ. Τα παιδιά – τα κορίτσια βέβαια – να μάθουν το βελονάκι «να καταγίνονται
γιατί σα κάθεται ο άνθρωπος δουλεύει ο διάβολος». Κόπος πολύς κόπος είναι η αλήθεια
για αυτό το χειμωνιάτικο συμμάζεμα. Κόπος όμως και σοφία. Ούτε την λέξη «παιδαγωγική»
ξέραμε εκείνα τα χρόνια, άγνωστες η ψυχολογία, τα τραύματα, τα πλέγματα τα
ψυχικά κι όμως βάδιζαν σταθερά, σίγουρα και τα σπιτικά είχαν μια υγεία που την λιμπίζεσαι
σήμερα που όλα είναι τόσο ρευστά και έτοιμα για κατάρρευση. Ξέρω πως κάθε
σπιτικό έκανε η τούτες τις μέρες κάνει το χειμωνιάτικο ξεσήκωμα.