Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Γυναίκα σου φιλώ το χέρι!



Της Γαλάτειας Γρηγοριάδου -  Σουρέλη

Στις 8 Μαρτίου γιορτάζεις, Γυναίκα του καιρού μου. Έτσι σου είπαν οι τηλεοράσεις, οι εφημερίδες. Τις εφημερίδες  δεν πρόλαβες να τις διαβάσεις, κι όταν οι τηλεοράσεις δείξανε κάποια γυναίκα σε πρώτο ή σε δεύτερο ρόλο, ήτανε σα να κοροϊδεύουν εσένα, Γυναίκα! Εγώ θέλω να σου πω χρόνια πολλά, γιατί σε θαυμάζω, Γυναίκα του καιρού μου. Σε είδα που κατηφόριζες για την λαϊκή αγορά. Ρωτούσες ανήσυχη πόσο έχουν τα λάχανα, τα φρούτα. Δεν αγόρασες φρούτα, προσπέρασες, κατάλαβα πως σου φάνηκαν ακριβά. Πλησίασες τα ψάρια. Ήθελες κάτι μεγάλους κέφαλους, να τους κάνεις βραστούς. Είδες όμως το ταμπελάκι με την τιμή, προτίμησες κάτι μικρά ψαράκια, που ήταν πιο φθηνά. Αναστέναξες από τα φυλλοκάρδια σου όταν είδες τι σου απέμεινε στο πορτοφόλι σου. Με αυτά που απέμειναν πρέπει να πέρασες την υπόλοιπη εβδομάδα. Και σήμερα είναι Δευτέρα! Ψώνισες και για τις δύο γειτόνισσες. Η μία είναι μικρομάνα. Που να αφήσει τα βρέφη να πάει λαϊκή; Η άλλη δουλεύει. Πώς να της πεις όχι, όταν σε παρακάλεσε να της ψωνίσεις, αφού φεύγει αξημέρωτα και θα γυρίσει κατά τις τέσσερις, όταν η λαϊκή θα έχει τελειώσει;




Λογαριάζεσαι τυχερή εσύ που δεν δουλεύεις έξω από το σπίτι κι είσαι κοντά στα παιδιά σου. Έχεις τον καιρό, καθώς πλέκεις στην πλεκτομηχανή που αγόρασες για να τσοντάρεις στο μεροκάματο του άντρα σου και που παλεύεις να την ξοφλήσεις, να ρίχνεις και καμιά ματιά στο φαί, να απλώνεις σε κάποιο διάλειμμα που θες να ισιώσεις τη μέση σου,  να του πεις την ορθογραφία του άλλου σου παιδιού. Είσαι τυχερή που δουλεύεις μέσα στο σπίτι! Γιατί είναι κι άλλη, αυτή που δουλεύει έξω από το σπίτι. Σε είδα, Γυναίκα του καιρού μου, και σε θαύμασα! Ξυπνάς αχάραγα. Με κλειστά ακόμα μάτια πηγαίνεις στην κουζίνα, βάζεις το γάλα στη φωτιά, να ετοιμάσεις το πρωινό της φαμίλιας σου. Μπρίκια, φλιτζάνια, κατσαρολικά, τα αρπάζεις βιαστικά, τα πλένεις – προσοχή στο νερό, έχεις κουβά πλάι σου και χύνεις τα απόνερα – ξυπνάς ένα – ένα τα παιδιά, τον άντρα σου. «Μάνα που έβαλες τη Γραμματική;», «Μάνα, που είναι οι κάλτσες μου;», «Μάνα, μη είδες τη χειροτεχνία μου;», «Γυναίκα, τα κλειδιά μου τα είδες;». Μάνα…Μάνα…Γυναίκα…Γυναίκα…!


Δε σε φτάνουν τα δυό σου τα χέρια. Μουρμουράς καθώς κρυφοκοιτάς το ρολόι – μωρέ πως τρέχει κι αυτή η ώρα: - «Εδώ μέσα δε χρειάζεστε άνθρωπο με δυό χέρια. Σαρανταποδαρούσα χρειαζόσαστε για να σας προλαβαίνει!». Με την ψυχή στο στόμα τρέχεις τώρα, γιατί πρέπει να χτυπήσεις κάρτα. Κάρτα χτυπούν όσοι εργάζονται στο εργοστάσιο, στην τράπεζα, οι πωλήτριες. Δουλεύεις οχτάωρο, χαμογελάς στον πελάτη, δεν απαντά, στο αφεντικό που έχει τα νεύρα του – καιρός να χάσεις την θέση σου; - και το μυαλό σου τρέχει στο μικρό που έβηξε την νύχτα – λες να έκανε πυρετό; - τι θα μαγειρέψεις αύριο, πρέπει να περάσεις από το σούπερ μάρκετ, σου τελείωσε το λάδι, στον άντρα σου τρέχει, που όλα του φταίνε τον τελευταίο καιρό, στον μεγάλο γιό τρέχει το μυαλό σου. που σήμερα γράφει πρόχειρο διαγώνισμα, φώτισε τον Θεέ μου, πρέπει να μαζέψει μονάδες. Δουλεύουν τα χέρια, δουλεύει σαν τρελό το μυαλό και…χαμογελάς στον πελάτη. Τελειώνεις το ωράριο, βγαίνεις στον δρόμο, που τον πνίγει το νέφος, περιμένεις ουρά για το λεωφορείο, που πάντα αργεί κι όταν φτάνει είναι ξέχειλο. Μια διαφήμιση περνάει από μπροστά σου, κρατιέσαι γερά στην κολώνα, γιατί τα πόδια σου τρέμουν από την κούραση, μη σε παρασύρουν οι διαδηλωτές που συγκρούονται με τα ΜΑΤ.


Στ σπίτι έφτασες κάποια ώρα, σκουπίζεις, στρώνεις κρεβάτια, βάζεις κατσαρόλα στην φωτιά να φάνε απόψε και να έχουνε και αύριο το μεσημέρι, πλένεις ρούχα που δεν μπαίνουν στο πλυντήριο, σιδερώνεις, χωρίζεις τα παιδιά που αρπαχτήκανε, τα διαβάζεις, ακούς τα βάσανα του άντρα σου. έβαλες τραπέζι, σήκωσες τραπέζι, έπλυνες πιάτα, έξω πια νύχτα. Τα πόδια σου είναι πρησμένα από την κούραση. Βάζεις τα παιδιά να κοιμηθούν, πριν όμως, προσεύχονται μαζί σου. Το μικρό νύσταζε, βαριότανε, το πήρες μαλακά και γονάτισε και αυτό πλάι σου. σκέπασες τα παιδιά, τους έδωσες την ευχή σου. κι έπειτα πήγες κοντά στον άντρα σου. τον στήριξες όπου λύγιζε, του έδωσες από τη χούφτα σου νερό αγάπης να πιεί, να δροσιστεί. Κι έπειτα, όταν όλα σίγησαν, όταν όλα έπεσαν σε βαθύ ύπνο, τελευταία εσύ έκλεισες τα φώτα και στάθηκες εκεί μπροστά στο εικονοστάσι σου. Δεν μπορούσες από την κούραση να κάνεις μετάνοιες. Δεν μπορούσες να πεις μακριές προσευχές. Εσύ απλά μίλησες με τον Θεό. Στην Παναγιά παρακαλέθηκες για την προκοπή των παιδιών σου, τον φωτισμό του άντρα σου, για τη δικιά σου κούραση μίλησες, για το ανίψι που είναι στο νοσοκομείο, για το μοναχικό γεροντάκι απέναντι. Κι έπειτα έπεσες στο κρεβάτι και πονούσε ολόκληρο το κορμί σου. Μια μέρα τελείωσε, δόξα το Θεό! Μια άλλη μέρα θα ξημερώσει, βοήθα Παναγιά μου!


Σε είδα, Γυναίκα του καιρού μου, και σε θαύμασα. Ούτε πρόλαβες να κατάλαβες πως ο Ο.Η.Ε. αποφάσισε να σε γιορτάζουμε κάθε οχτώ του Μάρτη. Εγώ όμως σου φιλώ το χέρι, παιδεμένη Γυναίκα του καιρού μου. Σε σέβομαι, σε αγαπάω, ηρωικό πρόσωπο του αιώνα μας. Γυναίκα της εποχής μου!


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία τον Μάρτιο του 1997.

Επιμέλεια: Κώστας Ζουρδός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου